Δευτέρα, 18 Μαΐου 2009

Η λεξη της ημερας

ΗΔΟΝΗ< αρχαία ελληνική ἡδονή
Προφορά
ΔΦΑ : /i.ðɔ.ˈni/
Ουσιαστικό
ηδονή θηλυκό
η ευχαρίστηση που αισθανόμαστε, όταν ικανοποιούνται οι φυσικές-βιολογικές επιθυμίες, ανάγκες ή ορμές μας
(ειδικότερα) η έντονη σωματική ευχαρίστηση που αισθανόμαστε κατά τη διάρκεια της ικανοποίησης της γενετήσιας ορμής μας
Συγγενικές λέξεις
ηδονίζομαι
ηδονικά
ηδονικός
ηδονισμός
ηδονιστής και ηδονίστρια
ηδονιστικός
Σύνθετα
ηδονοβλεψία
ηδονοβλεψίας
ηδονοθήρας
ηδονοθηρικός
ηδονολάτρης
ηδονόπληκτος
ηδονόχαρος
Μεταφράσεις
αγγλικά : pleasure (en)
γαλλικά : joie (fr) , plaisir (fr)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails