ΑΛΙΜΟΝΟ ΣΕ ΟΠΟΙΟΝ ΖΕΙ ΣΤΗΝ ΕΡΗΜΟ ΚΑΙ ΘΥΜΑΤΑΙ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ.

Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2009

Περί έρωτος και άλλων παραμυθιών


Ὁ Ἄλλος νὰ δίνει, προτοῦ ζητήσουμε- νὰ μὴν μᾶς φέρει οὔτε μιὰ φορὰ στὴ θέση τοῦ ΖΗΤΟΥΛΑ, νὰ μὴν μᾶς ταπεινώσει ποτὲ γιὰ τὴν ἀνάγκη ἢ τὴ δίψα μας.

Έρωτας.... υπάρχει τελικά με τις διαστάσεις που του δίνουμε ή έχουμε μπερδέψει την πραγματικότητα[για να μη πω τίποτα άλλο] με τα Άρλεκιν? Αγωνία ανασφάλεια ,όσο υποτίθεται ή νομίζουμε ότι τον ζούμε, κλαυθμός και οδυρμός όταν πάει σε άλλη <γειτονιά>.Κάθε φορά που ερωτευόμαστε νιώθουμε σαν να είναι η πρώτη φορά, κάτι σαν αμνησία δηλαδή...κάθε φορά ανακαλύπτουμε πως αυτός ήταν τελικά ο πραγματικός έρωτας...και δω στου τραγουδάκια και στιχάκια και μηνυματακια και όλα τα άλλα σε ακια...Μάλλον έχουμε μπερδέψει τα συναισθήματα βάλαμε λίγο χημεία λίγη έλξη 2 κούπες εγωισμό 4-5 φλυτζάνια στραβομάρα και ότι άλλο νομίζει ο καθένας και το ονομάσαμε έρωτα...και επειδή μας είπαν ότι ο έρωτας περνάει ,τον μετατρέπουμε σε αγαπη, τα παιρνουμε στη συσκευασία των δυο [λες και είναι διαφορετικά]...στη συνέχεια τα <στεγάζουμε> για να μην νοικιάζουμε 2 σπίτια και ξαφνικά γίνεται η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ...δεν σε αγάπησα ποτέ,και πως το κατάλαβες αυτό μοναδική μου αγαπημένη αγάπη?γνώρισα τον/την
πιπιτσα/πιπιτσο και συνειδητοποίησα ότι έτσι είναι η αγάπη...Και να τα <εγκεφαλικά>,και τα παιδιά μπαλάκια προπόνησης του μπιγκ-μπογκ,να σου και οι ψυχολόγοι που θα σε σώσουν κ,από κάπου προβάλει και το τυχερό και το θέλημα του θεού και στο τσακιρ κέφι χτυπάμε και μια Τατιάνα ή μια Αννιτα βρε αδερφέ για να δείξουμε στη πολυαγαπημένη αγάπη μας πόσο τον/την αγαπήσαμε...Ο έρωτας υπάρχει αλλά όχι εδώ .....σιχαθηκε τον τρόπο με τον οποίο τα χείλη μας τον βιάζουν κάθε φορά που τον επικαλούνται και τη έκανε με ελαφρά πηδηματάκια...τη θέση του την πήραν το τσίρκο Medrano οι χαρτορίχτρες και η εξαθλίωση των ψυχών..άντε να έχουν δίκιο οι βουδιστές μπας και γνωρίσουμε αυτο το εξαίσιο κορυφαιο συναίσθημα σε κάποια αλλα ζωή ...γιατι σε αυτή μάλλον σε Ζονγκ θα πέφτουμε


ΧΡΙΣΤΙΝΑ

Τετάρτη, 23 Σεπτεμβρίου 2009

5. INTERVALLUM


Κραταιὰ ὡς θάνατος ἀγάπη,
σκληρὸς ὡς ᾅδης ζῆλος.

ΤΟ ΔΙΔΥΜΟ τοῦ ἔρωτα καὶ τοῦ θανάτου: ἀμφίστομη πρόκληση τοῦ πραγματικοῦ. Δίλημμα - ἀφοῦ θάνατος δὲν εἶναι μόνο τὸ ἀναπότρεπτο τέλος. Εἶναι καὶ παραίτηση ἀπὸ τὴ ζωή, ὄχι ἀσυμβίβαστη μὲ τὴ βιολογικὴ ἐπιβίωση. Ἂν μὲ τὴ γεύση τοῦ ἔρωτα ψηλαφοῦμε τὴ ζωή, κάθε ἀνέραστη ἐγκύστωση στὸ ἐγὼ εἶναι ἐπιλογὴ θανάτου.

Ἡ ἀντίθεση ἔρωτα καὶ θανάτου δὲν ἐξαντλεῖται σὲ νοήματα. Δὲν ἐπαληθεύεται μὲ τοὺς κανόνες τοῦ «ὀρθῶς διανοεῖσθαι». Ὡριμάζει στὴ χωματερὴ ἀποταμίευση ἀκοινώνητου βίου. Συλλαβίζουμε τὴ ζωὴ σὲ κάθε ἐφήμερη πληρότητα ἐρωτικῆς σχέσης. Καὶ συναντᾶμε καταπρόσωπο τὸν θάνατο σὲ κάθε ἐρωτικὴ ἀποτυχία. Ὅταν ἡ ἐπιβίωση πιὰ δὲν κοινωνεῖται.

Μόνη ἐπιδίωξη ὕπαρξης, ἡ ποθούμενη σχέση. Τότε μιλᾶμε γιὰ «ἀληθινὸ» ἔρωτα. Εἶναι πόθος ζωῆς, ὄχι συμπλήρωμα ἢ ἐπικουρία τοῦ βίου. Ὄχι προσθήκη σωματικῆς ἡδονῆς καὶ ψυχολογικῆς εὐφροσύνης στὴ δεδομένη καθημερινότητα. Ἀλλὰ νὰ ἀλλάζει ὁ τρόπος τῆς ὕπαρξης, νὰ γίνεται κάθε πτυχὴ τῆς ὕπαρξης μιὰ ὁλόκληρη σχέση. Τότε μιλᾶμε γιὰ «ἀληθινὸ» ἔρωτα.

Κι ὅμως, ὅσοι ἀξιώθηκαν τὸν «ἀληθινὸ» ἔρωτα πεθαίνουν τελικὰ ὅπως κι οἱ ἀνέραστοι. Ὁ ἔρωτας διαιωνίζει τὴ φύση, ὄχι τὴν προσωπική μας ὕπαρξη. Κορυφαία μέθη ζωῆς καὶ καρπίζει μόνο τὴ φυσικὴ διαιώνιση, τὴ διαδοχὴ ἐφήμερων, θνητῶν ἀτόμων. Τὰ πρόσωπα τῶν ἐραστῶν γεύονται τὴ ζωὴ μένοντας περατὰ στὸ χρόνο, ὑποκείμενα στὴ φθορά, ἐπικηρυγμένα στὸν θάνατο.

Ἡ φύση παίζει μαζί μας μὲ σημαδεμένα χαρτιά. Ἀλλὰ ἡ ὕπαρξή μας ἐπιμένει στὴν πρωτόπλαστη ἀθωότητα. Ἐπενδύει ἀνένδοτα στὸν ἔρωτα τὸν πόθο τῆς ζωῆς, ζωῆς ἀπερίσταλτης, ἀπεριόριστης. Πόθο νὰ παραμείνει ἀκατάλυτη ἡ προσωπική μας μοναδικότητα, ἐλεύθερη ἀπὸ κάθε μετριασμὸ ἢ ἀναστολή. Καὶ κάθε ἀληθινὴ ἐρωτικὴ ἐμπειρία βεβαιώνει τὸν τρόπο τῆς ἀκατάλυτης ὕπαρξης. Ὁ ἔρωτας βεβαιώνει τὴν ἀθανασία - ἄραγε, εἶναι μόνο ψευδαίσθηση;

Τὸ κορμί μας, βιολογικὸ ἐνέργημα δυναμικῆς σχέσεων, φυσικὴ μοναδικότητα λειτουργικῆς κοινωνίας. Καὶ ἡ προσωπική μας ἑτερότητα, δυναμικὸ ἐνέργημα μοναδικότητας λόγων, ἀναφορᾶς, μετοχῆς, ἀμοιβαιότητας. Τί εἶναι ποιὸ πραγματικό: τὸ βιολογικὸ ἢ τὸ λογικὸ ἐνεργούμενο; Καὶ ποῦ τὰ ὅρια διαστολῆς τους; Τί διαφέρει ἡ ἑτερότητα τοῦ DΝΑ ἀπὸ τὴ μοναδικότητα τοῦ ποιητικοῦ λόγου ἢ τῆς μουσικῆς ἔκφρασης; Ποῦ θὰ ἐντοπίσουμε τὸ ὑποκείμενο τῆς ὕπαρξης, τὸ μύχιο αὐτοσυνείδητο ἐγὼ ἢ τὴν «ψυχή» μας; Στὸ περατὸ βιολογικό, ἢ στὸ ἀπεριόριστο λογικὸ ἐνέργημα τῆς σχέσης;

Πάντως στὸν ἔρωτα συγκλίνει καὶ πληροῦται τὸ φυσικὸ καὶ τὸ λογικὸ ἐνέργημα τῆς σχέσης. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ ἔρωτας βεβαιώνει τὴν ἑτερότητα, ἀποκαλύπτει τὸ ὑποκείμενο. Κορυφαῖο τάνυσμα τῆς ὕπαρξης, μίτος ἐξόδου ἀπὸ τὸ αἴνιγμα τῆς θνητότητας. Ἂν τὸ μύχιο αὐτοσυνείδητο ἐγὼ ἢ ἡ «ψυχή» μας ἀναδύεται καὶ βεβαιώνεται στὸν ἔρωτα, τότε ὑπάρχει μόνο ὡς σχέση. Ὅταν κάποτε καταλυθεῖ ἡ ἔσχατη ἀντίσταση στὸ πλήρωμα τῆς σχέσης -σωματικὴ καὶ ψυχικὴ ἀντίσταση ἀτομικῆς αὐτονομίας- θὰ εἶναι τότε ἡ ἀπαρχὴ τοῦ ὁλοκληρωτικοῦ ἔρωτα; Ὁ βιολογικὸς θάνατος μπορεῖ νὰ εἶναι τρόπος εἰσόδου στὴν ἀμεσότητα τῆς ζωῆς;

Χαρτογραφοῦμε τὴ ζωή, σὰν ἄγνωστη γῆ, ἀκολουθώντας τὴν κατεύθυνση τοῦ πόθου. Καὶ ζοῦμε μόνο τὴν ἀμεσότητα τοῦ θανάτου. Ἀπαίτηση, βουλιμία, ἀνάγκη ἀντιστάσεις τοῦ ἀτομικοῦ στὴ ζωτικὴ κοινωνία. Τὸ ἔνστικτο τῆς αὐτοσυντήρησης, ἡ ὁρμὴ τῆς ἰδιοποίησης, ἡ δίψα τῆς αὐτοβεβαίωσης. Ἀλλοτριώνουν τὴ σχέση, ὁριοθετοῦν τὴ συνύπαρξη, ἀναστρέφουν τὴ μέθεξη. Ὑπονομεύουν τὴν ἀποδέσμευση τῆς ζωῆς. Ἀντιμάχονται τὸν ἔρωτα.

Οἱ ὁρισμοὶ μορφάζουν αἰνιγματικά. Ζωὴ δὲν εἶναι ἡ βιολογικὴ ἐπιβίωση, τὸ βιολογικὸ τέλος δὲν εἶναι θάνατος. Ἡ ἐμπειρία τοῦ ἔρωτα μπερδεύει τὰ νοήματα. Ἂν τὸ μύχιο αὐτοσυνείδητο ἐγὼ ἢ ἡ «ψυχή» μας ἀναδύεται καὶ βεβαιώνεται στὸν ἔρωτα, τότε ὑπάρχει μόνο ὡς σχέση. Καὶ τότε ἡ ἀτομικὴ αὐτονομία, ἡ ἄσχετη ἀτομικὴ ὀντότητα, εἶναι θάνατος. Τότε ὁ ἔρωτας ἀντιμάχεται τὸν θάνατο, κι ὁ θάνατος τὸν ἔρωτα. Ἀνειρήνευτα.

Διαπάλη ἔρωτα καὶ θανάτου. Ὄχι πάντα συνειδητὴ- ἂν ὄχι πάντα ἀσυνείδητη. Ἀσυνείδητη ἐπιθυμία κατοχῆς, ἰδιοποίησης, χρήσης τοῦ Ἄλλου, ὁ Ἄλλος ἀντικείμενο τῆς δικῆς μου ἀτομικῆς ἀνάγκης γιὰ ἡδονή, γιὰ ἐξασφάλιση καὶ αὐτοβεβαίωση: Τότε ὁ θάνατος ἔχει κατατροπώσει τὸν ἔρωτα, ἐνῶ ἐγκλωβισμένος στὴν ἐγωκεντρικὴ μοναχικότητα, στὴν ἄσχετη καὶ ἄσκοπη ἐπιβίωση. Μοῦ διαφεύγει ἡ ζωή, ἡ ἔκπληξη τοῦ ἄχρονου καὶ ἀπεριόριστου τῆς σχέσης.

Ἐρωτικὴ πληρότητα τῆς ζωῆς, καὶ τὸ «σημαίνον» τῆς πληρότητας τὸ ὀνομάζουμε κάλλος. Αἰσθητὴ ἀφετηρία τοῦ πόθου τὸ κάλλος «σημαίνει» τὴν πληρότητα, δίχως νὰ ταυτίζεται ποτὲ μαζί της. Ὡς πάντα πρὸς ἑαυτὸ καλοῦν, ὅθεν καὶ κάλλος λέγεται. Κλήση-κάλεσμα πρὸς ἐκείνη τὴ σχέση καὶ συν-ουσία ποὺ ὑπόσχεται τὸ «περισσὸν» τῆς ζωῆς- καλεῖ τὸ κάλλος στὴν ποθούμενη ζωτικὴ μέθεξη, στὴν ὑπέρβαση τοῦ θανάτου.

Κάλλος τοῦ ἐρωμένου, ἐρώμενο κάλλος, κάλεσμα τῆς ζωῆς, κορυφαία πρόκληση. Καὶ πίσω ἀπὸ τὴν κλήση ἡ φύση, ὁ περιπαιχτικὸς μορφασμὸς τοῦ θανάτου. Διψᾶμε τὸ κάλλος μὲ τὴν ἀδυσώπητη δίψα τῆς φύσης, τοῦ ἐνστίκτου, τῆς ὁρμῆς. Ἀναγκαιότητα τῆς φύσης νὰ ὑποτάξει τὴ ζωὴ στὴ σκοπιμότητα τῆς δικῆς της ἐπιβίωσης καὶ διαιώνισης.

«Ὑποκείμενο» τῆς φύσης καὶ ὑπαρκτική της πραγμάτωση, ἡ ἀτομική μας ὀντότητα. Ἐφήμερη καὶ φορέας τῆς φορᾶς γιὰ διαιώνιση. Ὁ ἔρωτας ὑποτάσσεται στὴν ἀδυσώπητη φορά, ἀποδείχνεται δίψα άποσπασματικὴ ἀτομικῆς ἡδονῆς, ψυχολογικὸ συμπλήρωμα γιὰ τὴν ἀτομικὴ αὐτάρκεια. Μένοντας πάντοτε κάλεσμα ζωῆς. Ἀλλὰ παγιδευμένο στὸν θάνατο.

Χωρὶς ἄλλο, ἡ φροϋδικὴ σύνδεση ἔρωτα καὶ θανάτου οὔτε αὐθαίρετη εἶναι, οὔτε ποιητικὴ μεταφορά. Στὸ ἐπίπεδο τῆς φύσης, ὁ θάνατος παγιδεύει τὸν ἔρωτα. Δίχως νὰ παύει ὁ ἔρωτας νὰ ἀντιμάχεται τὸν θάνατο.

Ἡ φροϋδικὴ σύνδεση μᾶς βόηθησε νὰ δοῦμε στὸν ἔρωτα τὸ κάλεσμα τῆς ζωῆς, πέρα ἀπὸ τὰ σημαίνοντα τῆς ἡδονῆς. Πρώτη ἐμπειρία τοῦ ἔρωτα, ἡ σχέση τοῦ βρέφους μὲ τὸ κορμὶ τῆς μητέρας. Σχέση ἁφῆς τοῦ μητρικοῦ σώματος, πρώτη γιὰ τὸ βρέφος ψηλάφηση τοῦ ἀντικείμενου πραγματικοῦ. Σχέση ἀφετηριακὰ ζωτική, ἀφοῦ δένεται στὴν αἴσθηση τοῦ βρέφους μὲ τὴν πρόσβαση στὴν τροφή, στὴ δυνατότητα τῆς ζωῆς.

Ἁφὴ καὶ στέρηση τοῦ μητρικοῦ σώματος: διαλεκτικὴ τῆς ζωῆς ἢ τῆς ἀπώλειας, τοῦ ὅλα ἢ τίποτα. Ὅταν παίρνει τροφὴ ἀπὸ τὸ κορμὶ τῆς μητέρας, τὸ βρέφος τὰ ἔχει ὅλα, ἔχει τὴν ἀμεσότητα τῆς σχέσης ποὺ εἶναι ζωή. Ἀντίθετα, τὸ κλάμα τῆς πείνας εἶναι κραυγὴ ἀπόγνωσης ἀπὸ μιὰν ὕπαρξη ποὺ νιώθει νὰ χάνεται. Χάνει ττὴν ἁφὴ τῆς ζωῆς, κραυγάζει τὴ γεύση τοῦ ἄσχετου, το τίποτα. Ἡ σχέση μὲ τὴ μάνα εἶναι ἐρωτική, γιατὶ εἶναι ζωτική. Λήψη τροφῆς, δυνατότητα ζωῆς, δυναμικὴ πληρότητα σχέσης. Καὶ σὲ αὐτὴ τὴ δυναμικὴ σκοπεύει τελικὰ κάθε ἔρωτας.

Ζωτικὴ σχέση μὲ τὸν ἀντι-κείμενο κόσμο. Ἁφὴ τοῦ σώματος ποὺ συνιστᾶ ζωὴ καὶ ἀναιρεῖ τὸν θάνατο, τὰ χαρίζει ὅλα καὶ ἀποτρέπει τὸ τίποτα. Δυναμικὴ τῆς ζωῆς καὶ δὲν ὁριοθετεῖται ἀπὸ μόνη τὴν ἡδονὴ τῆς τροφῆς -ἡ ἐρωτικὴ ἐμπειρία τοῦ βρέφους δὲν τελειώνει ἐκεῖ. Ἂν ἡ σωματικὴ ἡδονὴ δὲν συνοδευόταν ἀπὸ τὴν ἐρωτικὴ πληρότητα τῆς μητρικῆς παρουσίας (τὸν λόγο, τὸ χάδι, κάθε χειρονομία στοργῆς, κάθε πράξη φροντίδας), ἡ σχέση θὰ ἐξασφάλιζε τὴν ἐπιβίωση, ὄχι τὴ ζωή. Τὸ παιδὶ δὲν θὰ ἔμπαινε ποτὲ στὸν κόσμο τῶν ἀνθρώπων, στὸν κόσμο τῆς γλώσσας καὶ τῶν συμβόλων, τῆς ὑποκειμενικῆς ταυτότητας καὶ τῶν ὀνομάτων.

Ἀφετηρία τῆς ἐπιθυμίας, ἡ τροφή, πρωταρχικὸ «σημαῖνον» τοῦ ζωτικοῦ πόθου -πρὶν κι ἀπὸ τὸ κάλλος. Ὅ,τι ὀνομάζουμε «σημαῖνον» εἶναι ἡ ριζικὰ πρωτογενὴς ἐμφάνιση τοῦ λόγου, ἡ κλήση - πρόκληση τοῦ πόθου.

Ζωτικὴ σχέση μὲ τὸν ἀντι-κείμενο κόσμο ἡ λήψη τῆς τροφῆς, εἶναι μιὰ λογικὴ σχέση. Καὶ εἶναι λογική, γιατὶ ἡ τροφὴ «σημαίνει» κάτι πέρα ἀπὸ τὴν ἀνάγκη τῆς θρέψης. «Λέει» τὸν τρόπο τῆς ἁφῆς, τῆς μέθεξης, τῆς συν-ουσίας.

«Τὸ σημαῖνον ἐμφανίζεται στὸν τόπο τοῦ Ἄλλου». Δὲν εἶναι ἡ ἀνάγκη συν-εννόησης ποὺ κάνει νὰ ἐμφανίζεται τὸ σημαῖνον. Ὁ λόγος δὲν εἶναι καταρχὴν μέσο ἢ ὄργανο χρηστικῆς ἐπικοινωνίας. Χρηστικὴ ἐπικοινωνία ἔχουν τὰ ζῶα, ἀλλὰ δὲν ἔχουν λόγο. Ἀφετηρία καὶ καταγωγὴ τοῦ λόγου εἶναι καταρχὴ ἡ παρουσία τοῦ Ἄλλου. Ἡ παρουσία - δυνατότητα ἀνταπόκρισης στήν ἐρωτικὴ ἐπιθυμία.

Ἡ ἐμφάνιση τοῦ σημαίνοντος ἀρθρώνει τὴν ἐπιθυμία σὲ αἴτημα. Τὸ σημαῖνον «λέει» τὴν ἐπιθυμία δηλώνοντας τὴ δυνατότητα ἀνταπόκρισης στὴν ἐπιθυμία. Ἡ παρουσία τοῦ Ἄλλου σημαίνει κάτι πέρα ἀπὸ τὴν ἀνάγκη τῆς συνεύρεσης, πέρα ἀπὸ τὴ βιολογικὴ σκοπιμότητα τῆς ἀναπαραγωγῆς. Τὸ σημαῖνον ἐμφανίζεται στὸν τόπο τοῦ Ἄλλου, γιὰ νὰ σημάνει τὸν ἀφετηριακὸ τοῦ λόγου πόθο τῆς ζωῆς. «Ζωῆς ἀθάνατης, ζωῆς ἀπερίσταλτης, ζωῆς ποὺ δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ κανένα ὄργανο, ζωῆς ἁπλοποιημένης καὶ ἀκατάλυτης».

Ἡ φορὰ πρὸς τὴ ζωὴ περνάει μέσα ἀπὸ τὸν Ἄλλο. Ἡ παρουσία τοῦ Ἄλλου -δυνατότητα σχέσης, δηλαδὴ ζωῆς- εἶναι ὁ «τόπος» ὅπου ἐμφανίζεται τὸ πρῶτο σημαῖνον, ὁ λόγος τῆς ἐπιθυμίας. Λόγος ποὺ συγκροτεῖ τὸ ὑποκείμενο, τὸ φορέα τῆς ἐπιθυμίας. Ἡ ἐμφάνιση τοῦ σημαίνοντος, προϋπόθεση καὶ ἀφετηρία τῆς σχέσης, «γεννάει» τὸ ὑποκείμενο. «Τὸ ὑποκείμενο γεννιέται ἐφόσον στὸ πεδίο τοῦ Ἄλλου ἐμφανίζεται τὸ σημαῖνον» - ἡ δυνατότητα ἀνταπόκρισης στὴν ἐπιθυμία. Τὸ γεγονὸς τῆς σχέσης «γεννάει» τὸ ὑποκείμενο κάνοντας συγκεκριμένη τὴν ἀναφορικότητα τοῦ τρόπου τῆς ὕπαρξής του. Καὶ τρόπος τῆς ἀναφορᾶς εἶναι ὁ λόγος.

Σπουδὴ τῆς γένεσης τοῦ λόγου. Καὶ ἀποκλείει τὰ ἐνδεχόμενα νὰ ταυτίσουμε τὸ ὑποκείμενο μὲ τὴν αἰσθητὴ ἀτομικότητα, τὴ σωματικὴ ὀντότητα, τὴν ἀτομικὴ διάνοια, τὴ συναισθηματικὴ ἱκανότητα. Πρὶν ἀπὸ τὴ σκέψη τὴν κρίση, τὴ φαντασία, εἶναι ἡ ἐπιθυμία ποὺ συγροτεῖ τὸ ὑποκείμενο σὲ ὕπαρξη λογική. Ὅ,τι ὀνομάζουμε ὑποκείμενο εἶναι ἕνα ἐρωτικὸ γεγονός, καὶ ἐπειδὴ εἶναι ἐρωτικὸ γεγονὸς εἶναι καὶ λογικὴ ὕπαρξη. Ἡ ἐρωτικὴ φορὰ πρὸς τὴ ζωὴ πραγματοποιεῖται μὲ τὸν λόγο καὶ αὐτὴ ἡ πραγματοποίηση συνιστᾶ τὸ ὑποκείμενο.

Πρῶτο σημαῖνον στὸν τόπο τοῦ Ἄλλου, ἡ ὑπόσχεση τῆς τροφῆς. Τροφὴ - ἁφὴ τοῦ μητρικοῦ σώματος, ἐρωτικὴ πληρότητα ζωτικῆς παρουσίας. Ὅμως, σημαίνουσα τροφὴ καὶ σημαινόμενη παρουσία δὲν εἶναι γιὰ τὸ βρέφος δεδομένα μόνιμα καὶ συνεχή. Ἡ παρουσία μεταλλάζει σὲ ἀπουσία, ἡ εὕρεση σὲ ἀπώλεια. Ἡ δίψα τῆς ζωῆς ἀρθρώνεται ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ στὸ ὑφάδι αὐτῆς τῆς τραγικῆς διαλεκτικῆς. Αἰσθητὴ ἀμεσότητα σχέσης καὶ ἄσχετη μοναχικότητα, γεύση ζωῆς καὶ θανάτου.

Δίψα ζωῆς καὶ γεύση θανάτου, ἀλλὰ καὶ φορὰ πρὸς τὴ ζωὴ συμπλεγμένη μὲ ὁρμὴ πρὸς τὸν θάνατο. Στὸ ἴδιο πρωταρχικὸ ὑφάδι τῆς ἐπιθυμίας. Ἀνάγκη ὁρμέμφυτη τοῦ βρέφους νὰ μονιμοποιήσει τὴ παρουσία τῆς μητέρας, νὰ ἀκινητοποιήσει τὴ σχέση σὲ κατοχή. Νὰ ἔχει μόνιμα καὶ ἀδιάλειπτα δική του τὴν πηγὴ τῆς τροφῆς, τὴ δυνατότητα τῆς ζωῆς. Νὰ κατέχει τὴ μάνα, κι ὁ τρόπος νὰ τὴν κατέχει εἷναι νὰ τὴν καταβροχθίσει φανταστικά. Νὰ ὑποκαταστήσει τὴ διακινδύνευση τῆς σχέσης μὲ τὴ σιγουριὰ τῆς ἰδιοποίησης· τὴ ζωτικὴ ἀναφορὰ μὲ τὴ φαντασιώδη αὐτοτέλεια. Πρῶτα βήματα στὴν κόψη τοῦ βίου, κι ἡ ὁρμὴ τοῦ θανάτου ἀντιμάχεται τὴ φορὰ τῆς ζωῆς.

Τὸ ἀδιάστατο τῆς μητρικῆς παρουσίας παραμένει μήτρα δυναμικὴ τοῦ σημαίνοντος. Ἀντιστέκεται στὴ θανατερὴ παγίωση τῆς ἐγωστρέφειας, μεταμορφώνει προοδευτικὰ καὶ ἀνεπαίσθητα τὴν ἀπαίτηση σὲ περιχώρηση.

Μεταποιεῖ τὴν ὁρμὴ σὲ ἐπιθυμία, τὸ ἀπρόσωπο ἀντικείμενο τῆς τροφῆς σὲ ὑποκείμενο ζωτικῆς ἀναφορᾶς. Ἡ μάνα δὲν μᾶς δίνει μόνο ὑπόσταση βίου, ἡ ἴδια μᾶς ἐντάσσει καὶ στὴ ζωή, μᾶς ἐγκεντρίζει στὸν ἔρωτα. Ἡ φυσικὴ ὁρμὴ τοῦ ἔρωτα, ὁρμὴ ἐπιβίωσης καὶ διαιώνισης, χειραγωγεῖται ἀπὸ τὴ μητρικὴ παρουσία στὴν προσωπικὴ πραγματοποίηση τῆς ζωῆς. Στὸ ἐνδεχόμενο τῆς ζωῆς ὡς διάρκειας.

Στὸ μεταγενέστερο βίο, κάθε ἐρωτικὴ ἀναζήτηση ἐπαναλαμβάνει τὴν ἴδια διαπλοκὴ προσωπικῆς σχέσης καὶ φυσικῆς ἀνάγκης, τὴ διαλεκτικὴ ζωῆς καὶ θανάτου. Ὁ πόθος τῆς ζωῆς σημαίνεται πάντα στὸν τόπο τοῦ Ἄλλου, στὸν τρόπο τῆς ἁφῆς, τῆς μέθεξης, τῆς συν-ουσίας. Ὁ τρόπος ὑπερβαίνει τὴ ζωτικὴ ἀνάγκη τῆς τροφῆς, καθολικεύεται στὴ «γενετήσια» σχέση. Ὁλόκληρη σχέση, καθολικὴ ἀμεσότητα, μίξη ψυχῶν καὶ σωμάτων ποιητικὴ ζωῆς. Ἀμφίστομη καθολικότητα ἀνάγκης καὶ σχέσης, ἰδιοτέλειας καὶ αὐτοπροσφορᾶς.

Σὲ κάθε ἐρωτικὴ κλήση ἀναβιώνει ὁ ζωτικὸς πόθος τῆς τροφοδότου παρουσίας, πόθος ζωῆς ποὺ συγκροτεῖ τὴ ἴδια τὴν ὑποκειμενικότητά μας. Ἐρωτευόμαστε πάντα ὅπως πεινούσαμε σὰν βρέφη. Παγιδευμένοι στὸ ὑφάδι τῆς ὁρισμένης ἀνάγκης καὶ τῆς ἀπεριόριστης δίψας γιὰ σχέση. Πρὶν ἀπὸ κάθε σκέψη, κρίση, φαντασία, βούληση, συναίσθημα. Ὅλες αὐτὲς οἱ ἐνέργειες ἢ λειτουργίες συντονίζονται ἐκ τῶν ὑστέρων μὲ τὴν «ἀγαπητικὴ δύναμη» τῆς φύσης μας. Δύναμη ζωτικὴ καὶ ζωοποιό: συστατικὴ τοῦ ὑποκειμένου καὶ ποιητικὴ καινούργιων ὑποκειμενικῶν ὑπάρξεων.

(Ἑνικὴ καὶ ἑνιαία ἡ ἀγαπητικὴ δύναμη τῆς φύσης, ἄτμητα ζωτικὴ καὶ ζωοποιός. Νά γιατί ἡ ὁμοφυλοφιλία διαστέλλεται ἀπὸ τὸν ἔρωτα μὲ τὴν καισαρικὴ τομὴ τῆς διαστροφῆς: Εἶναι λειτουργικὰ ἀφορισμένη ἀπὸ τὴ φυσικὴ ἀμφιπτυχὴ τοῦ ζωτικοῦ καὶ ζωοποιοῦ. Μιμεῖται τὴ ζωτικὴ ἀναφορικότητα τοῦ ἔρωτα μὲ παράχρηση τῆς φυσικῆς ζωοποιοῦ δυνάμεως. Σὰν λήψη τροφῆς ἀποσπασμένη ἀπὸ τὴ λειτουργία-ἢ τὸ θαῦμα-τῆς θρέψης. Καταχρηστικὴ διαχείριση τῆς ζωτικῆς φορᾶς, βιασμὸς τοῦ φυσικοῦ καὶ πραγματικοῦ ἀπὸ τὴν ἀτελέσφορη ψευδαίσθηση. Ὁ ἀμφίστομος τρόπος βίου καὶ ζωῆς, φυσικῆς διαιώνισης καὶ προσωπικῆς ἀθανασίας, μεταλλαγμένος σὲ ἄβια καὶ ἄζωη ὁρμή, παγιδευμένος στὴ στρεβλὴ φαντασίωση. Σίγουρα ὀφείλουμε τὴν πιὸ ἀληθινὴ συμπάθεια σὲ αὐτὴ τὴν τραγικὴ ἀναπηρία. Ἀλλὰ ἡ ὅποια στοργὴ καὶ ἀνεκτικότητα δὲν ὑποκαθιστᾶ τὸ πραγματικὸ μὲ τὸ διάστροφο καὶ φαντασιῶδες.)

Διαχείριση τῆς ζωῆς ὁ ἔρωτας. Ποὺ σημαίνει σχοινοβασία στὴν κόψη τοῦ θανάτου. Ἐνδεχόμενη σὲ κάθε στιγμὴ ἡ πτώση ἀπὸ τὴ σχέση στὴ χρήση, ἡ ὀλίσθηση στὴν ἀπαίτηση τοῦ ἐγὼ νὰ «καταβροχθίσει» φανταστικὰ τὸν Ἄλλον. Γι᾿ αὐτὸ καὶ μεταφερμένη στὸ συνειδητὸ πιὰ ἐπίπεδο ἡ ἐρωτικὴ ἀκροβασία ζωῆς καὶ θανάτου ἐξισορροπεῖ τὴν ὁρμέμφυτη ἀπαίτηση μὲ τὴ θεληματικὴ ἄσκηση. Τὸ σημαῖνον τῆς ἄσκησης ἀνιχνεύεται καὶ πάλι στὸν ἀρχέτυπο τόπο τῆς μητρικῆς παρουσίας. Σὲ κεῖνο τὸ ὑπόδειγμα τῆς παραίτησης ἀπὸ τὸ ἐγώ, ποὺ ἀνάστησε τὸ βρέφος στὴ ζωὴ τῆς σχέσης: στὸν κόσμο τῆς γλώσσας καὶ τῶν συμβόλων, τῆς ὑποκειμενικῆς ταυτότητας καὶ τῶν ὀνομάτων.

Ἀγαπητικὴ δύναμη εἶναι ἡ φυσικὴ δυνατότητα, ὁρμή, φορά, ὑφάδι τῆς ζωῆς. Θὰ σαρκωθεῖ σὲ προσωπικὸ γεγονὸς ἀγαπητικῆς ἑτερότητας μόνο ὡς λόγος ἐλευθερίας ἀπὸ τὴν ἀνάγκη. Συνειδητὴ ἄσκηση ἀγάπης, παραίτηση ἀπὸ τὴν ἀπαίτηση, κατόρθωμα ἐλευθερίας ἀπὸ τὴν ὁριστικὴ ἀνάγκη γιὰ χάρη τῆς ἀπεριόριστης σχέσης. Διεύρυνση τῆς ἡδονῆς, πέρα καὶ ἀπὸ τὴ φύση, στὴν ἀπερίσταλτη προσωπικὴ κοινωνία.

Στὴ σχέση τοῦ βρέφους μὲ τὴ μάνα ἀναδύεται προοδευτικὰ ἡ παρεμβολὴ τοῦ πατέρα. Ἀποφασιστικὴ γιὰ τὴ διαστολὴ καὶ συνειδητοποίηση τῆς ὑποκειμενικότητας τοῦ παιδιοῦ, τὴν ἀποτροπὴ τῆς φανταστικῆς του ταύτισης μὲ τὸ μητρικὸ σῶμα - διεύρυνση καὶ διάνοιξη τῆς ζωτικῆς σχέσης στὸ κοινωνικὸ γεγονός. Τὰ πρόσωπα τοῦ πατέρα καὶ τῆς μάνας ἀποτυπώνουν στὴν ψυχὴ τοῦ βρέφους τὰ ὑποδείγματα τῆς ψυχοσωματικῆς διαφορᾶς ποὺ κάνει δυνατὴ τὴ ζωτικὴ σχέση, τὴ συμπληρωματικότητα, τὴν ποιητικὴ δυνατότητα τῆς ζωῆς. Πατέρας καὶ μάνα, «ἀρχέτυπα» τῆς διαφορᾶς στὴ ζωτικὴ σχέση, ἀνεξίτηλα σημαίνοντα τοῦ προσωπικοῦ μας συντονισμοῦ στὴ δυναμικὴ τῆς διάκρισης τῶν φύλων.

Αὐτὸς ὁ ἀφετηριακὸς συντονισμὸς κατευθύνει τὴν ἐρωτικὴ ἀναζήτηση σὲ ὅλη τὴ διάρκεια τοῦ βίου. Νὰ ἀποκατασταθεῖ ἡ ἴδια εἰκόνα σχέσης, ποὺ τὴν ταυτίσαμε ὡς βρέφη μὲ τὴν ἀνάδυση τῆς ὑποκειμενικῆς μας ἑτερότητας, τὴ δυνατότητα κοινωνίας, δηλαδὴ ζωῆς, ἀποτροπῆς τοῦ θανάτου.

Σημαῖνον τῆς παρουσίας, ἡ μορφή. Μορφὴ τῆς μάνας, μορφὴ τοῦ πατέρα, ἀρχέτυπα ὑποδείγματα τοῦ κάλλους, τῆς ζωτικῆς κλήσης στὴν πληρωματικὴ σχέση, στὴν τρωτικὴ πληρότητα. Ἴσως καὶ πρὶν ἀπὸ τὴ μορφοποίηση τῆς εἰκόνας, ἡ ὑποκειμενικὴ αἴσθηση τοῦ κάλλους νὰ καθορίζεται διὰ βίου ἀπὸ τὶς αἰσθητὲς ἐμπειρίες τῆς μητρικῆς καὶ πατρικῆς παρουσίας. Γι᾿ αὐτὸ καὶ τὰ κριτήρια τῆς αἰσθητικῆς ἀποτίμησης στὸν ἔρωτα -ἡ ἕλξη ποὺ ἀσκεῖ τὸ κάλλος, οἱ ἀφορμὲς τῆς φορᾶς πρὸς τὴ μέθεξη- δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ αὐτονομηθοῦν σὲ σταθερὲς ἀρχὲς καὶ ἀντικειμενικὰ μέτρα κρίσης. Ἡ ἐρωτικὴ εὐαισθησία ἢ ἀποτίμηση τοῦ κάλλους παραμένει συνάρτηση τῶν πρώτων σημαινόντων τῆς Παρουσίας ποὺ συγκροτοῦν τὴν ὑποκειμενικὴ μας ἑτερότητα, ἀποδείχνουν τὸν ἄνθρωπο ὕπαρξη μοναδικὴ μὲ τέλος ἢ σκοπὸ τὴ ζωὴ ὡς διάρκεια.


http://www.phys.uoa.gr/~nektar/history/tributes/xrhstos_giannaras/comment_on_song_of_songs.htm#5.%20INTERVALLUM

Κυριακή, 30 Αυγούστου 2009

4. NOTES DE PASSAGE


Ἐπὶ κοίτην μου ἐν νυξὶν
ἐζήτησα ὃν ἠγάπησεν ἡ ψυχή μου·
ἐζήτησα αὐτὸν καὶ οὐχ εὗρον αὐτόν,
ἐκάλεσα αὐτὸν καὶ οὐχ ὑπήκουσέ μου.

ΞΕΡΟΥΜΕ τί θέλουμε στὸν ἔρωτα, μοιάζει νὰ μὴν ξέρουμε τί μποροῦμε. Θέλουμε: Ἀδιάπτωτη πάντοτε τὴ γοητεία τοῦ Ἄλλου, τὰ χαρίσματά του ἀμετάλλαχτα, πάντοτε νὰ προκαλοῦν τὸ πάθος τῆς ἀγάπης μας. Θέλουμε: Νὰ μᾶς ἀγαπάει ἀπεριόριστα, δίχως ὑφέσεις, καὶ νὰ μᾶς ἀγαπάει ὅπως εἴμαστε. Νὰ ἀγαπάει καὶ τὰ λάθη μας, τὶς ἀστοχίες καὶ παραλείψεις μας. Νὰ ἀγαπάει, ὄχι ἁπλῶς νὰ ἀνέχεται, ἀκόμα καὶ τὴ θωράκιση τοῦ ἐγώ μας.

Ἡ λογική μας ὀρθή, ἡ μονόδρομη φορά της τὴν ὑπονομεύει. Σίγουρα, ὁ ἔρωτας τοῦ Ἄλλου εἶναι ὁ μόνος τρόπος γιὰ νὰ συντριβεῖ ἡ θωράκιση τοῦ δικοῦ μου ἐγώ. Τὰ τείχη τῆς αὐτοάμυνας καταρρέουν ἀπὸ μόνα τους, ὅταν ὁ Ἄλλος μὲ ἀποδέχεται δίχως ἀντιστάσεις δικῆς του θωράκισης. Ὅταν δὲν σκοντάφτω οὔτε στὸ δίκιο του, οὔτε στὴ λογική του, οὔτε στὴν ἐξυπνάδα του, οὔτε στὶς ἀρετές του, οὔτε στὶς ἀνάγκες του.

Ἡ ἐρωτικὴ ἀπαίτηση δὲν συμβιβάζεται μὲ τὸ μέτριο, τὸ μερικὸ καὶ ἀποσπασματικό. Στοχεύει στὴ ζωή, δηλαδὴ στὴν πληρότητα τῆς σχέσης. Ὁ Ἄλλος νὰ δίνει, προτοῦ ζητήσουμε- νὰ μὴν μᾶς φέρει οὔτε μιὰ φορὰ στὴ θέση τοῦ ζήτουλα, νὰ μὴν μᾶς ταπεινώσει ποτὲ γιὰ τὴν ἀνάγκη ἢ τὴ δίψα μας. Νὰ εἶναι αὐτὸς πάντα παράφορος, νὰ κάνει πάντα αὐτὸς τὸ πρῶτο βῆμα, νὰ μὴν εἶναι ποτὲ κουρασμένος, θλιμμένος, ἀδιάφορος. Τὰ θέλουμε ὅλα αὐτά, μὰ τὰ θέλει ὁ καθένας μας γιὰ τὸν ἑαυτό του. Καὶ τὰ ἀπαιτεῖ στὸ ὄνομα τοῦ ἔρωτα, γιὰ νὰ καθίσει τὸν ἄλλον στὸ σκαμνί, νὰ τοῦ ἐπιτεθεῖ, νὰ τὸν κατατροπώσει. Ἐσὺ λὲς πὼς μὲ ἀγαπᾶς; Ποῦ εἶναι λοιπὸν ἡ ἀγάπη σου;

Ἡ ἀνθρώπινη φύση μας παίζει τὸ παιχνίδι τῆς ἰδιοτέλειας μὲ τὸν τρόπο τῆς ζωῆς. Γι᾿ αὐτὸ καὶ σπουδάζουμε τὸν τρόπο τῆς ζωῆς στὴν ἀπάτη τοῦ ἔρωτα. Δὲν ὑπάρχει ἔρωτας ποὺ νὰ μὴν περνάει ἀπὸ φάσεις θυσιαστικῆς αὐταπάρνησης καὶ ὁλοκληρωτικῆς αὐτοπροσφορᾶς. Φάσεις ὄντως ζωῆς, ποὺ γίνονται ὅπλα τῆς φύσης γιὰ νὰ κερδίσει τὸν Ἄλλον, νὰ τὸν ἰδιοποιηθεῖ, νὰ τὸν κατέχει. Μὲ αὐτὰ τὰ ὅπλα περιχαρακώνει τὸ δίκιο της, φτιάχνει ὁρμητήρια γιὰ νὰ ἐπιτεθεῖ, ὅταν ὁ Ἄλλος ἀρχίσει νὰ ἀποκαλύπτεται στὴ δική του αὐτονομία, στὴ δική του φυσικὴ ἀπαίτηση.

Ὁ ἔρωτας εἶναι ἢ ἀμοιβαῖα θυσιαστικός, ἢ σπαραγμὸς καὶ ρήξη - συμβιβασμὸς δὲν ὑπαρχει. Ἡ συμβατικὴ ἀνοχὴ δὲν συντηρεῖ τὸν ἔρωτα, οὔτε ὁ μαζοχισμὸς τῆς καρτερίας. Ὁ συμβιβασμὸς εἶναι μόνο ἀνελπιστία. Ἀντίθετα, ἡ ρήξη τρέφει τὴν ἐλπίδα γιὰ ἕνα ἑπόμενο θαῦμα ποὺ θὰ διαρκέσει. Ὁ ἑπόμενος Ἄλλος θὰ μὲ ἀποδεχθεῖ δίχως κρατούμενα, θὰ μὲ ἐρωτευθεῖ δίχως ὅρια. Γι᾿ αὐτὸ χρειάζομαι τὴ ρήξη, βίαιη καὶ ἀνυποχώρητη. Γιὰ νὰ μὲ ἀποκαταστήσει ἀκέραιον στὴν παρθενία τῆς ἀναμονῆς. Κι ὅταν ὁ ἑπόμενος Ἄλλος ἐμφανιστεῖ, τὸ παιχνίδι ξαναρχίζει παγιδευμένο στὰ ἴδια γρανάζια τῆς ἀδυσώπητης φύσης μας.

Συχνὰ δὲν ἔχει τελειώσει ὁ ἕνας «δεσμός», ὅταν ἀρχίζει ὁ πειραματισμὸς γιὰ τὸν ἑπόμενο. Μὲ εἰλικρίνεια ἀναζήτησης - ὄχι γιὰ ἐπιπόλαια παιχνίδια ἐφήμερων ἱκανοποιήσεων. Ποντάρω γιὰ τὴ ζωή, δὲν γίνεται νὰ παραιτηθῶ. Ἔστω καὶ μὲ τὴ γεύση τοῦ ἀνέφικτου, προχωρῶ στὴν ἑπόμενη δοκιμή, μὲ ἀνοιχτὴ καὶ αἱμάσσουσα τὴν προηγούμενη ρήξη. Τὴν χρειάζομαι αὐτὴ τὴ ρήξη γι᾿ αὐτὸ καὶ τὴν συντηρῶ μὲ ἀμείωτη ἐπιθετικότητα. Πρέπει νὰ φταίει ὁπωσδήποτε ὁ Ἄλλος ποὺ ἐγὼ ἀρχίζω καινούργιους πειραματισμούς, αὐτὸς πρέπει νὰ ἔχει τὴν εὐθύνη, ἀλλιῶς δὲν δικαιώνονται οἱ πειραματισμοί μου. Ἡ ἐπιθετικότητα, ἡ συντήρηση τῆς ρήξης, μοῦ προσπορίζει βεβαιότητες παρθενικῆς ἑτοιμότητας γιὰ τὴν ἑπόμενη ἀπόπειρα «δεσμοῦ».

Κάθε καινούργιο ἐρωτικὸ ξεκίνημα, καὶ μιὰ καινούργια εὐφροσύνη αὐταπάτης. Ὅλα μεταμορφώνονται καὶ πάλι, ἡ καθημερινότητα μοιάζει καὶ πάλι γιορτή. Μοιάζει, γιατὶ ἀπὸ κάποια ἀδιόρατη γωνιὰ μορφάζει τώρα ἡ πείρα τοῦ ἀνέφικτου. Ὅλα ξαναγίνονται ρίγος γιορτῆς, μὰ ἡ γιορτὴ δὲν εἶναι πιὰ ἔκπληξη, εἶναι τέντωμα ἀναμονῆς. Πόσο θὰ ἀντέξει ὁ καινούργιος Ἄλλος νὰ εἶναι «συνοδός μου καὶ θεός μου», πόσο θὰ κρατήσει ἡ γιορτὴ πάνω στὸ τεντωμένο σχοινί. Κι ὅταν ἡ ἔνταση σπάσει καὶ πάλι, καὶ γίνει ὁ ἔρωτας ἄλλη μιὰ φορὰ ἀντιδικία γιὰ τὸ δίκιο μου καὶ τὸ δίκιο σου, γιὰ τὸ φταίξιμό σου καὶ τὴν ὀδύνη μου, τότε μιὰ ἀκόμα φυγὴ σὲ καινούργια ἐρωτικὴ σχέση θὰ δώσει καὶ πάλι τὴν ἐλπίδα, πὼς ὅλα μποροῦν αὐτὴ τὴ φορὰ νὰ εἶναι μόνιμα καὶ ἀμετάθετα. Σισύφεια σταύρωση στὸν πόθο τῆς ζωῆς.

Ἐπιδόσεις Σισύφων, βασανισμοὶ παραλλαγῶν σε μιαν ἀτέρμονη διαδοχὴ ἀπὸ καινούργια πάντοτε ἐρωτικὰ ξεκινήματα. Οἱ ἄνθρωποι σταματᾶμε τὴ ζωὴ στὴν ψευδαίσθηση, κλείνουμε πεισματικὰ τὰ μάτια μπροστὰ στὴν πραγματικότητα. Δὲν τολμᾶμε νὰ δοῦμε στὸν ἔρωτα τὴν ἐγωκεντρικὴ ἀπάτη, τὴν πλανερὴ ψευδαίσθηση.

Ἄραγε, μπορεῖ νὰ ὑπάρξουν δυὸ ἄνθρωποι ποὺ θὰ φυλάξουν τὸ δῶρο τοῦ ἔρωτα μὲ καθημερινὴ ταπεινὴ προσπάθεια νὰ ἀναιρεθεῖ ὁ ἀδυσώπητος τρόπος τῆς φύσης; Εἶναι δυνατὸ νὰ ὑπάρξουν ἐρωτευμένοι δυὸ ἄνθρωποι, ποὺ ζώντας τὴ μέθη τῆς γιορτῆς θὰ συνυπολογίζουν κάθε στιγμὴ τὴν ἀπάτη τῆς φύσης. Ὑπάρχουν ἄραγε περιθώρια νὰ διαρκεῖ τὸ θαῦμα τῆς ἐρωτικῆς ἔκπληξης μὲ καθημερινὴ ἄσκηση αὐταπάρνησης καὶ αὐτοπροσφορᾶς;


http://www.phys.uoa.gr/~nektar/history/tributes/xrhstos_giannaras/comment_on_song_of_songs.htm#4.%20NOTES%20DE%20PASSAGE

Δευτέρα, 10 Αυγούστου 2009

3. APPOGGIATURA


Ἐπάταξάν με, ἐτραυμάτισάν με,
ἧραν τὸ θέριστρόν μου ἀπ᾿ ἐμοῦ...
...πάντες κατέχοντες ρομφαίαν
δεδιδαγμένοι πόλεμον.

Η «ΒΛΑΒΗ» ἔρχεται ἀναπάντεχα. Ὅμως ἔρχεται πάντοτε μιὰ «βλάβη» νὰ ἀνακόψει τὴ λειτουργία τοῦ θαύματος. Γλυστράει ἀδιόρατα μέσα στὴ ζωή, σὰν τὸ φίδι στὰ φυλλώματα τοῦ παραδείσου.

Κάποια ἀσήμαντη ἀστοχία τοῦ Ἄλλου, κάποια παράλειψη, μιὰ ἀνεπάρκεια στὴ συμπεριφορά, μιὰ ὑστερόβουλη κίνηση, μιὰ ἐλειπτικὴ ἀνταπόκριση στὴ δική μου δίψα. Καὶ ἀνοίγουν ξαφνικὰ τὰ μάτια μου στὴν ἀντίστροφη ἀποκάλυψη: Ὁ Ἄλλος βρίσκεται ἀπρόσμενα σὲ ἀπόσταση, ὑποταγμένος σὲ χῶρο καὶ χρόνο. Εἶναι μακριά, καὶ δὲν εἶναι αὐτὸ ποὺ ἦταν. Σὲ σχέση μὲ τὸν δικό μου πόθο γιὰ ζωή, μοιάζει λιγοστός, ἄτολμος, φειδωλός. Καὶ μαζί του μικραίνουν ὅλα ξαφνικά, ξαναγίνονται ἀντι-κείμενα προκλητικὰ γιὰ μετρήσεις καὶ ὑπολογισμούς.

Ἂν εἴχαμε πραγματικὰ ἀγαπήσει -ἂν μᾶς εἶχε χαριστεῖ κάποια ἐλάχιστη πραγματικὴ αὐτοπαραίτηση- ἴσως στὴν πρώτη ρήξη νὰ διακρίνουμε κάτι καὶ ἀπὸ τὰ δικά μας ὑστερήματα. Στὴν καινούργια τώρα ἔκπληξη τῆς ἀπόστασης ἀνακαλύπτουμε μὲ δέος καὶ πλῆθος δικές μας ἀστοχίες, λαθεμένες ἐκφράσεις τοῦ πόθου, ὑστεροβουλίες, ἐλλείψεις ἀνταπόκρισης στὴ δίψα τοῦ Ἄλλου. Καὶ μοιάζει ἀπίστευτο. Αὐτὸς ἦταν λοιπὸν ὁ ἔρωτάς μου; Ἄφησα τόσο κενὸ μοναξιᾶς στὴν ψυχὴ τοῦ Ἄλλου, ποὺ ἄμετρα ἀγαπῶ καὶ ποθῶ; Εἶναι τελικὰ ἀδιαπέραστο τὸ τεῖχος ποὺ ὀρθώνει ἀνάμεσα στοὺς ἐρωτευμένους ὁ τρόπος τῆς φύσης, ἡ θωράκιση τοῦ ἐγώ;

Ὅμως τὸ πιὸ συνηθισμένο εἶναι νὰ μὴ βλέπουμε μέσα μας κανένα ψεγάδι. Τὸν ἔρωτα τὸν προδίνει μόνο ὁ Ἄλλος. Ἔβαλε λιγότερα στὸ παιχνίδι -σὲ σχέση μὲ τὸ τί προσφέρει, ἀπολαμβάνει περισσότερα. Ἀρχίζω νὰ μετράω, νὰ λογαριάζω. Καὶ οἱ λογαριασμοὶ μὲ βγάζουν πάντα ἀδικημένο, ἄρα δικαιοῦμαι νὰ ἀντιδρῶ, νὰ μεμψιμοιρῶ, νὰ γίνομαι ἐπιθετικός, νὰ μεταλλάζω τὴν προδομένη μου στοργὴ σὲ ἀπαίτηση.

Κι ἂν ὁ Ἄλλος ἀντιδράσει μὲ τὶς δικές του μετρήσεις καὶ τοὺς δικούς του λογαριασμούς, τότε ἡ ρήξη εἶναι ἄγρια, θηριώδης. Δὲν παίζονται συμφέροντα βιοτικά, παίζεται ἡ ζωή -ὅλα ἢ τίποτα. Ἀκόμα κι ἂν ὁ Ἄλλος ἀποτραβηχτεῖ σιωπηλὸς στὴ θλίψη του, ἀφήσει ἔκθετες τὶς πληγές του, δὲν ἔχω μάτια νὰ δῶ, δὲν μπορῶ νὰ πονέσω γιὰ τὴν ὀδύνη του, ἐξακολουθῶ νὰ μετράω μόνο τὴ δική μου. Δὲν ἔχει δίκιο νὰ εἶναι θλιμμένος, μόνο ἐγὼ ἔχω αὐτὸ τὸ δίκιο.

Στὴν πρώτη αἴσθηση τῆς ρήξης ὁ ἔρωτας γίνεται μιὰ ἀπελπισμένη ἐπιθετικότητα. Ἀναμοχλεύει τὸ παρελθόν, ἀναξέει πληγές, βυθίζει ἀνελέητα τὸ μαχαίρι στὴ μνήμη. Ὁ Ἄλλος εἶναι ἡ ἀποτυχία μου νὰ ζήσω, εἶναι ἡ ἐπαλήθευση τῆς μοναξιᾶς μου, ἡ κόλασή μου. Ἴσως παλεύει κι αὐτός, σφαδάζει, ζεῖ τὴ δική του παγερὴ μοναξιά. Κάποια ἐλάχιστη τρυφεράδα ἀπὸ μένα, ἕνα χάδι καὶ πάλι, ἕνας λόγος γλυκός, θὰ μποροῦσε νὰ τὸν ἀναστήσει. Μὰ ἐγὼ στὸ πρόσωπό του βλέπω μόνο τὸ δικό μου κενό, καὶ τὰ μόνα λόγια τῆς καρδιᾶς εἶναι τὸ παράπονό μου: Ἐμένα ποιός μὲ ρωτάει, ποιός μετράει τὴ δική μου ἀνάγκη καὶ ὀδύνη;

Δὲν ὑπάρχει ὀδύνη καὶ πίκρα πιὸ βασανιστικὴ ἀπὸ τὴ ἀντιμαχία ἀνθρώπων ποὺ πίστεψαν πὼς ἦταν ἀμοιβαῖα καὶ ὁλοκληρωτικὰ ἐρωτευμένοι. Ἀντιμαχία πάντοτε παράλογη, ὅμως μὲ ὅπλο στὴ θηριώδη ἀναμέτρηση πάντοτε τὴ λογική. Ὁ καθένας μὲ τὴ δική του τετράγωνη λογική, ἀράγιστη καὶ ἀμετακίνητη στὶς βεβαιότητές της.

Σὲ αὐτὸ τὸν σπαραγμὸ ὁδηγεῖται νομοτελειακὰ κάθε ἔρωτας. Δὲν εἶναι ἁπλὴ ἀπο-γοήτευση -τὸ τέλος τῆς γοητείας ποὺ ἀσκοῦσε πάνω μας ἡ ψευδαίσθηση τῆς πληρωματικῆς σχέσης. Εἶναι ἡ ἀσυνείδητη πίκρα γιὰ τὸ ἀνέφικτο τῆς ζωῆς, ἡ ἀπελπισία γιὰ τὸ ἀκατόρθωτο τῆς ἀμοιβαίας ὁλοκληρωτικῆς αὐτοπροσφορᾶς, ποὺ συνιστᾶ τὴ ζωή. Ἐρωτευόμαστε σὰν τὶς χελῶνες, θωρακισμένοι ἀνεπίγνωστα στὸ ἄθραυστο κέλυφος τῆς θνητότητας, δηλαδὴ τοῦ ἐγώ. Ζοῦμε τὸ θαῦμα τοῦ ἔρωτα ὁ καθένας ἀπὸ μόνος του, ὁ Ἄλλος εἶναι μόνο ἡ ἀφορμή. Ὥσπου νὰ συντριβοῦν οἱ ἀσύμπτωτοι πόθοι μας πάνω στὰ ἀράγιστα κελύφη.

http://www.phys.uoa.gr/~nektar/history/tributes/xrhstos_giannaras/comment_on_song_of_songs.htm#3.%20APPOGGIATURA

Πέμπτη, 6 Αυγούστου 2009

2. MODULATIO


Ἐγὼ τῷ ἀδελφιδῷ μου
καὶ ὁ ἀδελφιδός μου ἐμοὶ
ὁ ποιμαίνων ἐν κρίνοις.

ΜΕ ΤΟ ΠΡΩΤΟ σημάδι ἀμοιβαιότητας ἀναδύεται ἡ ἀμετρία τῆς εὐφροσύνης. Γεννιέται ἡ πιὸ μεθυστικὴ γεύση πληρότητας τῆς ζωῆς. Εἶναι ὁ σύμπας κόσμος ποὺ προσφέρεται στὸ βλέμμα, στὸ χαμόγελο τοῦ Ἄλλου. Ἀποκαλυπτικὴ ἔκρηξη μεταμόρφωσης τοῦ βίου, κι ὁ Ἄλλος γίνεται τόπος αὐτῆς τῆς ἀποκάλυψης. Ὅλα ἔκπληξη κι ὅλα καινούργια. Ἀμοιβαιότητα στὸν ἔρωτα εἶναι ἡ πρωτόπλαστη αἴσθηση τὴν πρώτη μέρα τῆς δημιουργίας.

Ψηλαφῶ στὸ ἀγαπημένο βλέμμα, γιὰ πρώτη φορά, τί εἶναι ἡ ἀνθρώπινη ματιά. Στὸ χάδι συλλαβίζω τὴν ἄγνωστη γλώσσα τῆς ἁφῆς. Κάθε ἐλάχιστη χειρονομία, ἀνεπαίσθητη κίνηση τοῦ κορμιοῦ, κάθε ἀδιόρατο χαμόγελο, εἶναι λόγος πρωτόγνωρος, συναρπαστικὰ σημαντικός. Κάθε τι ποὺ ἀγγίζουμε μαζί, κάθε ὀμορφιὰ ποὺ κοιτάζουμε μαζί, κάθε τι ποὺ γευόμαστε, γεννιέται ἐκείνη τὴ στιγμή, καινούργιο καὶ ἄφθορο. Δὲν ὑπάρχουν ἀντι-κείμενα, ὅλα εἶναι παρουσία, προσφορὰ ποὺ ἀπευθύνεται σὲ μένα, προορισμένη μόνο γιὰ μένα. Ὅλα παίρνουν ὑπόσταση καὶ εἶναι ὑπαρκτά, ἐπειδὴ ὑπάρχει ὁ Ἄλλος. Τὰ πιὸ ἀσήμαντα καὶ αὐτονόητα γίνονται ἀναπάντεχα δῶρα.

Ὅταν γεννιέται ὁ ἔρωτας, γεννιέται ἡ ζωή. Ἔκθαμβοι ψηλαφοῦμε τὴν ἔνδεια τοῦ βίου νὰ μεταμορφώνεται σὲ πλοῦτο ἀπρόσμενο ζωῆς. Καθημερινὲς στιγμὲς ρουτίνας, μεταλλάζουν σὲ ἐμπειρία γιορτῆς, γιατὶ ἡ καθημερινότητα σαρκώνει τώρα τὴν ἀμοιβαιότητα τῆς σχέσης. Οὔτε χρόνος ὑπάρχει μὲ παρελθὸν καὶ μέλλον, οὔτε χῶρος, ἐγγύτερος καὶ ἀπώτερος. Ὁ χρόνος εἶναι μόνο παρόν, κι ὁ χῶρος μόνο ἀμεσότητα παρουσίας. Χῶρος ἀχώρητος ἡ ἀδιάστατη ἐγγύτητα τοῦ Ἄλλου, καὶ ἄχρονος χρόνος ἡ πληρωματικὴ διάρκεια τῆς ἀμοιβαίας αὐτοπροσφορᾶς.

Στὸ πρῶτο σημάδι ἀμοιβαιότητας ποὺ μᾶς χαρίζει ὁ Ἄλλος, ἐπενδύουμε ὅλη τὴ φυσική μας ὁρμὴ γιὰ ζωή. Δίχως κρατούμενα καὶ δίχως μέτρο. Ζοῦμε μόνο γιὰ τὸν Ἄλλον καὶ χάρη στὸν Ἄλλον. Τὰ δίνουμε ὅλα, τὰ παίζουμε ὅλα. Κάθε ἐξασφάλιση, κάθε σιγουριά. Τοὺς δεσμοὺς καὶ τὶς ὀφειλές μας. Τὸ καλό μας ὄνομα, τὸ κύρος ἢ τὴ φήμη μας. Τὰ σχέδιά μας, τὶς ἐλπίδες μας. Ἕτοιμοι γιὰ ὅλα, ἀκόμα καὶ γιὰ τὸ θάνατο, γιὰ χάρη τοῦ ἀγαπημένου.

http://www.phys.uoa.gr/~nektar/history/tributes/xrhstos_giannaras/comment_on_song_of_songs.htm#2.%20MODULATIO

Πέμπτη, 30 Ιουλίου 2009

Χρήστου Γιανναρᾶ ΣΧΟΛΙΟ ΣΤΟ ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ 1. OUVERTURE


1. OUVERTURE
Ἀδελφιδός μου παρῆλθε·
ψυχή μου ἐξῆλθεν ἐν λόγῳ αὐτοῦ.

ΓΝΩΡΙΖΟΥΜΕ τὸν ἔρωτα μόνο στὴν ἀπόσταση τῆς ἀποτυχίας. Πρὶν τὴν ἀποτυχία δὲν ὑπάρχει γνώση· ἡ γνώση ἔρχεται πάντα μετὰ τὴ βρώση τοῦ καρποῦ. Σὲ κάθε ἔρωτα ξαναζεῖ ἡ ἐμπειρία τῆς γεύσης τοῦ παραδείσου καὶ τῆς ἀπώλειας τοῦ παραδείσου. Σπουδάζουμε τὸν ἔρωτα μόνον ἐξόριστοι ἀπὸ τὴν πληρότητα τῆς ζωῆς ποὺ αὐτὸς χαρίζει.

Στὴν ἐμπειρία τοῦ ἔρωτα εἴμαστε ὅλοι πρωτόπλαστοι. Ἡ πείρα τῶν ἄλλων δὲν μᾶς μαθαίνει τίποτα γιὰ τὸν ἔρωτα. Εἶναι γιὰ τὸν καθένα μας τὸ ἀρχέγονο καὶ μέγιστο μάθημα τῆς ζωῆς, ἡ ἀρχέγονη καὶ μέγιστη ἐξαπάτηση. Μέγιστο μάθημα, γιατὶ σπουδάζουμε στὸν ἔρωτα τὸν τρόπο τῆς ζωῆς. Καὶ μέγιστη ἐξαπάτηση, ἀφοῦ αὐτὸς ὁ τρόπος ἀποδείχνεται ἀνέφικτος γιὰ τὴν ἀνθρώπινη φύση μας.

Ἡ ἀνθρώπινη φύση μας (αὐτὸ τὸ ἀκαθόριστο κράμα τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ κορμιοῦ μας) «ξέρει», μὲ φοβερὴ ὀξυδέρκεια πέρα ἀπὸ νοήματα, πὼς ἡ πληρότητα τῆς ζωῆς κερδίζεται μόνο στὴν ἀμοιβαιότητα τῆς σχέσης. Στὴν ἀμοιβαία ὁλοκληρωτικὴ αὐτοπροσφορά. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἐπενδύει ἡ φύση μας, στὸν ἔρωτα ὅλη τὴ ἀπύθμενη δίψα της γιὰ ζωή. Δίψα τοῦ κορμιοῦ καὶ τῆς ψυχῆς μας.

Διψᾶμε τὴ ζωή, καὶ τὸ ἐνδεχόμενο τῆς ζωῆς περνάει μόνο μέσα ἀπὸ τὴ σχέση μὲ τὸν Ἄλλον. Στὸ πρόσωπο τοῦ Ἄλλου ἀναζητᾶμε τὴ δυνατότητα τῆς ζωῆς - τὴν ἀμοιβαιότητα στὴ σχέση. Ὁ Ἄλλος γίνεται τὸ «σημαῖνον» τῆς ζωῆς, ἡ αἰσθητὴ ἀνταπόκριση στὴν πιὸ βαθειὰ καὶ κυρίαρχη τῆς φύσης μας ἐπιθυμία. Ἴσως αὐτὸ ποὺ ἐρωτευόμαστε νὰ μὴν εἶναι τὸ πρόσωπο τοῦ Ἄλλου, ἀλλὰ ἡ δίψα μας ἔνσαρκη στὸ πρόσωπό του. Ὁ Ἄλλος νὰ εἶναι πρόσχημα κι ἡ αὐτοπροσφορά μας αὐταπάτη. Ὅμως κι αὐτὸ θὰ διαφανεῖ μόνο στὴν ἀπόσταση τῆς ἀποτυχίας.

Μετὰ τὴν ἀποτυχία ξέρουμε ὅτι ὁ ἔρωτας εἶναι ὁ τρόπος τῆς ζωῆς, ἀλλὰ τρόπος ἀνέφικτος γιὰ τὴν ἀνθρώπινη φύση μας. Ἡ φύση μας διψάει ἀπεγνωσμένα τὴ σχέση, δίχως νὰ ξέρει νὰ ὑπάρχει μὲ τὸν τρόπο τῆς σχέσης. Δὲν ξέρει νὰ μοιράζεται, νὰ κοινωνεῖ, ξέρει μόνο νὰ ἰδιοποιεῖται τὴ ζωή, νὰ τὴν κατέχει καὶ νὰ τὴν νέμεται. Ἂν ἡ γεύση τῆς πληρότητας εἶναι κοινωνία τῆς ζωῆς μὲ τὸν Ἄλλον, ἡ ὁρμὴ τῆς φύσης μας ἀλλοτριώνει τὴν κοινωνία σὲ ἀπαίτηση ἰδιοκτησίας καὶ κατοχῆς τοῦ Ἄλλου. Ἡ ἀπώλεια τοῦ παραδείσου δὲν εἶναι ποτὲ ποινή, εἶναι μόνο αὐτοεξορία.

Τὸν τρόπο τῆς ζωῆς τὸν σπουδάζουμε πάντοτε σὰν χαμένο παράδεισο. Τὸν ψηλαφοῦμε στὴ στέρηση, στὸ ἐκμαγεῖο τῆς ἀπουσίας του. Ἔγγλυφο ἴχνος τοῦ τρόπου τῆς ζωῆς εἶναι ἡ πίκρα τῆς μοναξιᾶς στὴν ψυχή μας, ἡ ἀνέραστη μοναχικότητα. Γεύση θανάτου. Μὲ αὐτὴ τὴ γεύση μετρᾶς τὴ ζωή. Πρέπει νὰ σὲ ναυτολογήσει ὁ θάνατος γιὰ νὰ περιπλεύσεις τὴ ζωή, νὰ καταλάβεις ὅτι πρόκειται γιὰ τὴν πληρότητα τῆς σχέσης. Τότε ξεδιακρίνεις τὶς ἀκτὲς τοῦ νοήματος: Ζωὴ σημαίνει νὰ παραιτεῖσαι ἀπὸ τὴν ἀπαίτηση τῆς ζωῆς γιὰ χάρη τῆς ζωῆς τοῦ Ἄλλου. Νὰ ζεῖς, στὸ μέτρο ποὺ δίνεσαι γιὰ νὰ δεχθεῖς τὴν αὐτοπροσφορὰ τοῦ Ἄλλου. Ὄχι νὰ ὑπάρχεις, καὶ ἐπιπλέον νὰ ἀγαπᾶς. Ἀλλὰ νὰ ὑπάρχεις μόνο ἐπειδὴ ἀγαπᾶς, καὶ στὸ μέτρο ποὺ ἀγαπᾶς.

Διψᾶμε τὴ ζωὴ καὶ δὲν τὴν διψᾶμε μὲ σκέψεις ἢ νοήματα. Οὔτε καὶ μὲ τὴ θέλησή μας. Τὴν διψᾶμε μὲ τὸ κορμὶ καὶ τὴν ψυχή μας. Ἡ ὁρμὴ τῆς ζωῆς, σπαρμένη μέσα στὴ φύση μας, ἀρδεύει κάθε ἐλάχιστη πτυχὴ τῆς ὕπαρξής μας. Καὶ εἶναι ὁρμὴ ἀδυσώπητη γιὰ σχέση, γιὰ συν-ουσία: Νὰ γίνουμε ἕνα μὲ τὴν ἀντι-κείμενη οὐσία τοῦ κόσμου, ἕνα μὲ τὸ κάλλος τῆς γῆς, τὴν ἀπεραντοσύνη τῆς θάλασσας, τὴ νοστιμιὰ τῶν καρπῶν, τὴν εὐωδιὰ τῶν ἀνθῶν. Ἕνα κορμὶ μὲ τὸν Ἄλλον. Ὁ Ἄλλος εἶναι ἡ μόνη δυνατότητα νὰ ἔχει ἀμοιβαιότητα ἡ σχέση μας μὲ τὸν κόσμο. Εἶναι τὸ πρόσωπο τοῦ κόσμου, ὁ λόγος κάθε ἀντι-κείμενης οὐσίας. Λόγος ποὺ ἀπευθύνεται σὲ μένα καὶ μὲ καλεῖ στὴν καθολικὴ συν-ουσία. Μοῦ ὑπόσχεται τὸν κόσμο τῆς ζωῆς, τὸ ἔκπαγλο κόσμημα τῆς ὁλότητας. Στὴ μία σχέση.

http://www.phys.uoa.gr/~nektar/history/tributes/xrhstos_giannaras/comment_on_song_of_songs.htm#1.%20OUVERTURE

Σάββατο, 11 Ιουλίου 2009

Λητώ \Θεά


Σύμφωνα με την Ολυμπιακή Θρησκεία, η Λητώ είναι κόρη των Τιτάνων Κοίου και Φοίβης.
Από τον Δία γέννησε τον Απόλλωνα και την Άρτεμη.
Στη Ρωμαϊκή Θρησκεία, η αντίστοιχη θεότητα της Λητούς είναι η Λατόνα.
Η Λητώ ήταν η κύρια θεότητα στην Ανατολική Λυκία, ενώ την καταγωγή της διεκδικούσαν και οι κάτοικοι της Κω. Το ιερό της, το Λητώον, ένωνε θρησκευτικά (αλλά και πολιτικά) τις πόλεις-κράτη της Λυκίας μεταξύ τους.
Σύμφωνα με έναν μύθο, όχι και τόσο διαδεδομένο, η Λητώ ήρθε από τη χώρα των Υπερβορείων με τη μορφή λύκαινας, αναζητώντας τη «χώρα των λύκων», τη Λυκία.
Τεκνοποιήση
Όταν η Ήρα έμαθε ότι η Λητώ ήταν έγκυος από το Δία, απαγόρευσε να γίνει η γέννηση σε οποιαδήποτε ξηρά και σε οποιοδήποτε μέρος κάτω από τον ήλιο.
Ο περισσότερο διαδεδομένος μύθος αναφέρει ότι όταν η Λητώ πλησίαζε να τεκνοποιήσει, αναδύθηκε για τον σκοπό αυτό μία μικρή νήσος από την θάλασσα, η Δήλος, όπου γεννήθηκε πρώτα Άρτεμις και έπειτα ο Απόλλων.
Η προσβολή της Νιόβης
Η βασίλισσα Νιόβη, σύζυγος του βασιλέα της Θήβας Αμφίονα, που είχε επτά γιους και επτά κόρες, υπερηφανεύτηκε για την ευγονία της και την ευμορφία των τέκνων της, δηλώνοντας ότι «η Λητώ, η εκλεκτή του Δία, έχει να επιδείξει μόνον δύο τέκνα έναντι των τόσων δικών της.»
Όταν το έμαθε η Λητώ, αγανάκτησε υπέρμετρα και ζήτησε την παραδειγματική τιμωρία της υπερόπτριας βασίλισσας. Έτσι κατά τις παραδόσεις, οι δύο θεοί τόξευσαν, η μεν Άρτεμις τις θυγατέρες, ο δε Απόλλων τους υιους.
Τα νεκρά σώματα των άτυχων νέων έμειναν επί εννέα ημέρες άταφα, καθόσον ο επίσης εξοργισμένος Δίας, απολίθωνε όποιον επιχειρούσε να αποδώσει νεκρικές τιμές. Την ένατη μέρα υπέκυψαν οι θεοί στις σπαρακτικές ικεσίες της Νιόβης και τα ενταφίασαν οι ίδιοι σε δύο κοινούς τάφους (Παυσανίας ΙΧ 17,2).
http://el.science.wikia.com/wiki/%CE%9B%CE%B7%CF%84%CF%8E_%5C%CE%98%CE%B5%CE%BF%CE%AF

Τρίτη, 23 Ιουνίου 2009

Η Μνημοσύνη


Η Μνημοσύνη ( γνωστή μερικές φορές και ως Μνήμη, που όμως ήταν άλλη θεότητα) ήταν η προσωποποίηση της μνήμης στην ελληνική μυθολογία. Ανήκε στους Τιτάνες, ήταν κόρη της Γαίας και του Ουρανού και μητέρα των Μουσών από τον Δία.

Στη Θεογονία του Ησίοδου, οι βασιλείς και οι ποιητές λαμβάνουν τις δυνάμεις του εξουσιαστικού τους λόγου από την κατοχή τους επί της Μνημοσύνης και των ειδικών σχέσεών τους με τις Μούσες.

Ο Δίας κοιμήθηκε με τη Μνημοσύνη για εννέα συνεχόμενες μέρες και έτσι δημιουργήθηκαν οι εννέα Μούσες. Μνημοσύνη ήταν επίσης το όνομα ενός ποταμού στον Άδη, παράλληλου της Λήθης, σύμφωνα με μια σειρά ελληνικών ταφικών επιγραφών του 4ου αιώνα π.Χ. σε δακτυλικό εξάμετρο. Οι ψυχές των νεκρών έπιναν από τη Λήθη, έτσι ώστε να μη θυμούνται τις προηγούμενες ζωές τους όταν μετενσαρκώνονταν. Οι αρχάριοι ενθαρρύνονταν να πίνουν από τον ποταμό Μνημοσύνη όταν πέθαιναν, αντί από τη Λήθη. Αυτές οι επιγραφές μπορεί να συνδέονται με μια ιδιωτική μυστική θρησκεία, ή με Ορφική ποίηση.

Παρομοίως, όσοι ήθελαν να συμβουλευτούν το μαντείο του Τροφωνίου στην Βοιωτία έπρεπε να πιούν εναλλάξ από δύο πηγές που αποκαλούνταν «Λήθη» και «Μνημοσύνη», (προκειμένου να λησμονείται το παρελθόν και η μνήμη να ξεκινά απ΄ το παρόν). Ανάλογο σκηνικό περιγράφεται και στην Πολιτεία του Πλάτωνα.

http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CE%BD%CE%B7%CE%BC%CE%BF%CF%83%CF%8D%CE%BD%CE%B7

Σάββατο, 20 Ιουνίου 2009

για τον πατερα μου

ΜΠΑΜΠΑ ΜΟΥ ΛΕΙΠΕΙΣ....ΚΑΙ ΣΕ ΑΓΑΠΩ..

Η γιορτή του μπαμπά....


Πατέρας,μπαμπάς.... μια λέξη που εδώ και 4 χρόνια δεν μπορώ να πω γιατί ο μπαμπάς μου έχει <φύγει>..Ο πατέρας μου ήταν για μένα ο έρωτας μου, ο ήλιος μου, ο κολλητός μου...νόμιζα ότι έτσι είναι όλοι οι μπαμπάδες του κοσμου..πόσο λάθος έκανα..αυτή η λέξη που για μένα είναι τα πάντα για άλλους ανθρώπους είναι ενας εφιάλτης...μπαμπάδες αδιάφοροι μπαμπάδες απών κτλ
Για μα μην παρεξηγηθώ δεν λέω ότι δεν υπάρχουν αντίστοιχα μαμάδες αδιάφορες..αναφέρομαι σε μπαμπάδες λόγω της ημέρας του πατέρα..και συνεχίζω...το άλλο πρόσωπο το κακό του μπαμπά το είδα μέσα από άλλα μάτια .....από τα ματάκια που δεν μπορούν να καταλάβουν και ρωτούν συνέχεια γιατί....θέλω να πω χρόνια πολλά όχι σε όλους τους μπαμπάδες του κόσμου αλλά σε αυτούς(και θέλω να πιστεύω ότι είναι οι περισσότεροι)που στάθηκαν πολέμησαν με κάθε τρόπο να είναι κοντά στα παιδιά τους.....η αδιαφορία δεν έχει να κάνει αν κάποιος έχει χωρίσει ¨η όχι....υπάρχουν πατεράδες χωρισμένοι οι οποίοι είναι πιο κοντά από άλλους που είναι υποτίθεται στην οικογένεια....
Πως μπορείς να πληγώνεις τα ματάκια που τόσο ανιδιοτελώς σε αγαπάνε?πως μπορείς να προσισεις τον ευατο σου το ιδιο σου το DNA?Πόσο στοιχίζει το σε αγαπώ?

Γηγενείς ρωμαϊκοί και Ιταλικοί θεοί


Η ρωμαϊκή τελετουργική πρακτική των επίσημων ιερατείων διακρίνει δύο τάξεις θεών,

* τους dii indigetes (αυτόχθονες) και
* τους dii novensides ή novensiles (καινοφανείς).

Οι αυτόχθονες ήταν οι αρχικοί θεού του ρωμαϊκού κράτους. Τα ονόματα και η φύση τους υποδεικνύεται από τα ονόματα των πρωιμότερων ιερέων και από τις καθορισμένες εορταστικές εκδηλώσεις του ρωμαϊκού ημερολογιακού κύκλου. Τριάντα τέτοιοι θεοί τιμούνταν σε ειδικές εορτές.

Οι novensides ήταν ύστερες θεότητες, των οποίων η λατρεία εισήχθη στην πόλη κατά την ιστορική περίοδο, συνήθως σε γνωστή ημερομηνία και συνήθως συνδεόταν με μια ιδιαίτερη κρίση της ρωμαϊκής κοινωνίας.

Οι πρώιμες ρωμαϊκές θεότητες περιλάμβαναν, εκτός από τους di indigetes, ένα πλήθος εξειδικευμένων θεών, των οποίων τα ονόματα επικαλούνταν προκειμένου να εκτελέσουν διάφορες δραστηριότητες, όπως για παράδειγμα η συγκομιδή.

Τμήματα του αρχαίου τελετουργικού που συνόδευαν δραστηριότητες όπως το όργωμα και η σπορά υποδεικνύουν ότι σε κάθε στάδιο της διαδικασίας επικαλείτο και μια ξεχωριστή θεότητα, το όνομα της οποίας προερχόταν από το ανάλογο ρήμα, (π.χ. οργώνω, σπέρνω).

Τέτοιες θεότητες είναι δυνατόν να ομαδοποιηθούν στην κατηγορία των βοηθητικών θεών, που επικαλούνταν οι αρχαίοι Ρωμαίοι μαζί με τις μείζονες θεότητες.

Η πρώιμη ρωμαϊκή θρησκεία δεν ήταν τόσο πολυθεϊσμός όσο πολυδαιμονισμός, με την αρχαία χρήση του όρου δαίμων. Η αντίληψη του πιστού για τα πλάσματα που επικαλείτο βασιζόταν απλώς στη γνώση των ονομάτων και των ιδιοτήτων τους, και το νοούμενο (numen) των θεϊκών πλασμάτων ή η δύναμή τους εκδηλωνόταν με εντελώς εξειδικευμένους τρόπους.

Ο χαρακτήρας των indigetes και των εορτασμών τους δείχνουν ότι οι αρχαίοι Ρωμαίοι δεν ήταν απλώς μέλη μιας αγροτικής κοινότητας, αλλά ότι αγαπούσαν επίσης τον πόλεμο. Οι θεοί τους αντιπροσώπευαν ακριβώς τις πρακτικές ανάγκες της καθημερινής ζωής, έτσι όπως τις αντιλαμβανόταν η Ρωμαϊκή κοινότητα στην οποία ανήκαν. Ακολουθούσαν λεπτομερειακά τα τυπικά και τις κατάλληλες για την περίσταση προσφορές.

Έτσι,

* ο Ιανός και η Βέστα ήταν φύλακες των των πυλών και της εστίας αντίστοιχα,
* οι Λάρες προστάτευαν τον αγρό και τον οίκο,
* ο Πάλης τα ποίμνια,
* ο Σατούρνος τη σπορά,
* η Κόρη (Ceres) την ανάπτυξη του σπόρου,
* η Πομόνα την καρποφορία και
* οι Κόνσους και Οπς τη συγκομιδή.

Ακόμα και ο μεγαλοπρεπής Ζειπάτειρος, ο ρωμαϊκός Ζεύς και κυβερνήτης των θεών, τιμάτο για τη βοήθειά του με βροχές στους αγρούς και τους αμπελώνες. Στην ευρύτερη επικράτειά του, μέσω του όπλου της αστραπής, ήταν ο καθοδηγητής της ανθρώπινης δραστηριότητας και προστάτης των Ρωμαίων στις πολεμικές τους επιχειρήσεις πέραν των συνόρων της κοινότητάς τους.

* Επιφανείς στους αρχαίους χρόνους ήταν επίσης ο Μάρος (Mars) και ο Κυρίνος (Quirinus), που συνήθως ταυτίζονταν μεταξύ τους.
o Ο Μάρος ήταν θεός της νεότητας και του πολέμου. Η λατρεία του τελούταν τον Μάρτιο και τον Οκτώβριο.
o Όσο για τον Κυρίνο οι σύγχρονοι ερευνητές της μυθολογίας θεωρούν ότι ήταν προστάτιδα θεότητα της πολεμικής κοινότητας εν καιρώ ειρήνης.

Επικεφαλής του αρχαϊκού πανθέου ήταν η τριάδα Ζειπάτυρος, Μάρος και Κυρίνος (οι τρεις ιερείς των οποίων, ή flamens, ανήκαν στην ύψιστη ιερατική τάξη) και ο Ιανός με την Βέστα. Από όσα γνωρίζουμε έως τώρα στους αρχαίους χρόνους δεν είχαν διακριτή ταυτότητα, δηλαδή προσωπικούς μύθους, γάμους και γενεαλογίες.

Αντίθετα με τους θεούς των Ελλήνων, δεν τους αποδίδονταν ανθρωπομορφικές συνήθειες και δεν έχουν διασωθεί πολλές αφηγήσεις για τις δραστηριότητές τους.

Η αρχαία λατρεία συνδεόταν, επίσης, με τον Νουμά (Numa Pompilius, τον δεύτερο ημι-μυθικό βασιλέα, που θεωρείτο ότι είχε ως σύζυγό του τη ρωμαϊκή θεά των πηγών και της γέννησης την Ηγερία Egeria), που εμφανίζεται ως νύμφη σε μεταγενέστερες φιλολογικές πηγές.

Τα νέα στοιχεία προστέθηκαν σε σχετικά πρώιμη εποχή. Στον βασιλικό οίκο των Ταρκυνίων αποδίδεται δια μέσου του μύθου η εγκαθίδρυση της τριάδας του Καπιτωλίου, δηλαδή του Ζειπάτειρου, της Ιουνίας και της Μινέρβα \θεοί Μινέρβας, που κατείχαν, την υπέρτατη θέση στη Ρωμαϊκή θρησκεία.

Άλλες προσθέσεις τέτοιου είδους ήταν η λατρεία της Διάνας στον Αβεντίνο Λόφο και η εισαγωγή προφητειών τις οποίες, σύμφωνα με την παράδοση, έλαβε ο Ταρκύνιος (6ος αιώνας π.Χ.) από την Κυμαία Σίβυλλα.

http://el.science.wikia.com/wiki/%CE%A1%CF%89%CE%BC%CE%B1%CF%8A%CE%BA%CE%AE_%CE%98%CF%81%CE%B7%CF%83%CE%BA%CE%B5%CE%AF%CE%B1

Παρασκευή, 19 Ιουνίου 2009

Ναι ή όχι στην εκδίκηση??


Καποιοι πιστευουν οτι:
Η εκδίκηση είναι πάντα η αδύναμη ευχαρίστηση των ρηχών και στενών μυαλών.
Γιουβενάλης, 1ος – 2ος αιώνας μ.Χ., Ρωμαίος σατιρικός συγγραφέας
Το να ζεις καλά είναι η καλύτερη εκδίκηση.
George Herbert, 1593-1633, Ουαλός ποιητής
Όταν θέλεις να εκδικηθείς κάποιον, το μόνο που καταφέρνεις είναι να του επιτρέπεις να συνεχίσει να σε πληγώνει.
Thomas Fuller, 1608-1661, Άγγλος στοχαστής
Όταν παίρνεις εκδίκηση, γίνεσαι ίσος με τον εχθρό σου. Όταν την ξεπερνάς, γίνεσαι ανώτερος.
Φραγκίσκος Βάκων, 1561-1626, Άγγλος φιλόσοφος

Καποιοι αλλοι ομως πιστευουν οτι:
Η εκδίκηση είναι ένα φαγητό που τρώγεται κρύο.
Μιγκέλ Θερβάντες, 1547-1616, Ισπανός συγγραφέας

Οφθαλμόν αντί οφθαλμού, οδόντα αντί οδόντος, χείρα αντί χειρός, πόδα αντί ποδός.
Την κεφαλή του επί πίνακι.
Η εκδίκηση είναι γλυκιά.

Ναι ή όχι,λοιπον στην εκδικηση???

Τετάρτη, 17 Ιουνίου 2009

Πρώιμη Θεογονία(Ρώμη)


Το ρωμαϊκό διανοητικό πρότυπο ανέπτυξε έναν πολύ διαφορετικό τρόπο καθορισμού και σκέψης περί της έννοιας της θεότητας από αυτόν που αναπτύχθηκε στην Ελλάδα.

Για παράδειγμα, αν ρωτούσε κανείς έναν Έλληνα για τη Δήμητρα, πιθανώς να απαντούσε με τον πολύ γνωστό μύθο της θλίψης της για την αρπαγή της Περσεφόνης από τον Πλούτωνα.

Ένας αρχαίος Ρωμαίος, αντίθετα, θα ανέφερε ότι η Κέρες-Δήμητρα είχε έναν επίσημο ιερέα που ονομαζόταν φλάμις (flamen), δηλαδή στεφανηφόρος, που ήταν νέος ανάμεσα στους ιερείς του Δία Jupiter αλλά αρχαιότερος ανάμεσα στους ιερείς της Φλόρας και της Πομόνας. Πιθανώς, επίσης, να συμπλήρωνε ότι η θεά αποτελεί τριάδα μαζί με άλλους δύο αγροτικούς θεούς, τον Θεοί|Λίβυρο (Liber) και την Λίβυρα. Κατόπιν θα συνέχιζε να αναφέρει όλους τους ελάσσονες θεούς με τις ιδιότητές τους: Sarritor (ωρίμανση), Messor (συγκομιδή), Convector (μεταφορά), Conditor (αποθήκευση), Insitor (σπορά) και πολλούς άλλους.

Έτσι διαμορφώθηκε η Ρωμαική "μυθολογία", τουλάχιστον όσον αφορά στους θεούς, όχι από αφηγήσεις της θεϊκής επιφάνειας αλλά με διασυνδέσεις και περίπλοκες εσωτερικές σχέσεις ανάμεσα στους θεούς και τους θεούς ή τους θεούς και τους ανθρώπους.

Η αρχική θρησκεία της πρώιμης περιόδου τροποποιήθηκε με την πρόσθεση πολλών και αντικρουόμενων πίστεων στους ύστερους χρόνους.

Παρ ότι φαίνεται ίσως παράδοξο, η Ρώμη ως δημοκρατία και η Ρώμη των αυτοκρατορικών χρόνων υπήρξε ίσως το πλέον ανεξίθρησκο κράτος εκείνων αλλά και πολλών μεταγενέστερων αιώνων. Ο κύριος όγκος του μυθολογικού υλικού που υιοθέτησαν οι Ρωμαίοι ανήκει κυρίως στην Ολυμπιακή Θρησκεία. Όλα όσα διασώθηκαν για την αρχαία θρησκεία δεν τα μαθαίνουμε από σύγχρονές τους μαρτυρίες, αλλά από την προσπάθεια μεταγενέστερων να διασώσουν τις αρχαίες παραδόσεις από την λήθη στην οποία εγκαταλείπονταν, όπως ο Βάρρων, (Varro), λόγιος του 1ου μ.Χ. αιώνα.

Άλλοι κλασσικοί συγγραφείς όπως ο ποιητής Οβίδιος στο Fasti (Εορταστικό ημερολόγιο), επηρεάστηκαν πολύ από τον Ελληνιστικό πολιτισμό και στα έργα τους χρησιμοποιούσαν συχνά ελληνικούς μύθους προκειμένου να γεμίσουν τα κενά της ρωμαϊκής παράδοσης.

http://el.science.wikia.com/wiki/%CE%A1%CF%89%CE%BC%CE%B1%CF%8A%CE%BA%CE%AE_%CE%98%CF%81%CE%B7%CF%83%CE%BA%CE%B5%CE%AF%CE%B1

Τρίτη, 16 Ιουνίου 2009

Σίβυλλα


Με το όνομα αυτό στην Αρχαιότητα εννοούσαν ορισμένες γυναίκες με μεγάλη προφητική δύναμη. Προέβλεπαν γεγονότα που επρόκειτο να συμβούν και ιδιαίτερα τα δυσάρεστα και φοβερά.

Όταν έδιναν τις προφητείες τους ήταν σε κατάσταση έκστασης και οι απλοί άνθρωποι πίστευαν ότι οι λόγοι τους αποτελούσαν τη φωνή θεών.

Αξιοσημείωτο είναι ότι οι μάντισσες αυτές έδιναν τις προφητείες τους χωρίς να ερωτηθούν και χωρίς να έχουν σχέση με κανένα μαντείο.

Οπωσδήποτε, μπορούν να θεωρηθούν ως κάτι ανάλογο με τους προφήτες του Ισραήλ.

Ορισμένες παραδόσεις από τις χώρες της Ανατολής έφθασαν στην Ελλάδα από τη Μικρά Ασία σε μια εποχή που επικρατούσαν οι μυστικές τάσεις και δεν είχε γεννηθεί ο φιλοσοφικός στοχασμός.

Πολλά αποφθέγματα σε τύπο χρησμού ή προφητείας τα απέδιδαν στη Σίβυλλα ή σε μια από τις Σίβυλλες και έτσι δημιουργήθηκε βαθμιαία μια παράδοση. Πολλές φορές τους απέδιδαν προφητείες επινοημένες εκ των υστέρων από μεγάλα γεγονότα και επειδή αυτό ήταν πολύ εντυπωσιακό, έκανε τον πολύ κόσμο να δίνει προσοχή στις προφητείες της Σίβυλλας.
Σίβυλλα

Την πίστη του λαού, όπως ήταν φυσικό, την εκμεταλλεύτηκαν κατά καιρούς και διάφορες πολιτικές και θρησκευτικές προπαγάνδες. Έτσι δημιουργήθηκε μια πλούσια παράδοση από σιβυλλικούς χρησμούς, που η επίδρασή τους ήταν αισθητή ως το μεσαίωνα.

Τα αρχαιότερα ελληνικά κείμενα κάνουν λόγο για μια Σίβυλλα. Έτσι αναφέρουν για τη Σίβυλλα ως μια συγκεκριμένη μορφή πρώτος ο Ηράκλειτος και ύστερα ο Ευριπίδης, ο Αριστοτέλης και ο Πλάτων. Ο πρώτος που αναφέρει πολλαπλές Σίβυλλες είναι ο Αριστοτέλης. Οι ύστερα από αυτόν πηγές αναγνωρίζουν τρείς, τέσσερεις ή και δέκα Σίβυλλες.

Συγκεκριμένα, ο Ηράκλειτος, στο 92ο απόσπασμά του, αναφέρει ότι η Σίβυλλα προμαντεύει, με τη δύναμη των θεών, γεγονότα χιλίων ετών.
Σίβυλλα

Μια Σίβυλλα δεν ήταν στην υπηρεσία κανενός μαντείου και δεν έκανε την προφητική της δύναμη επάγγελμα. Έτσι μπορούσε να πηγαίνει από τον ένα τόπο στον άλλο, όπου λατρευόταν ως μια θεία μορφή και αυτό ήταν ένας σοβαρός λόγος για να προκύψουν μαρτυρίες για πολλές Σίβυλλες. Ο κάθε τόπος από όπου είχε διέλθει, είχε δράσει και είχε λατρευθεί η μια Σίβυλλα, δημιουργούσε μια εντόπια σιβυλλική παράδοση, που δεν μπορούσε να ταυτισθεί με την ανάλογη παράδοση ενός άλλου τόπου. Έτσι ο κάθε τόπος που είχε μια σιβυλλική παράδοση πίστευε τη εγχώρια Σίβυλλα.

Η Σίβυλλα, όπως πίστευαν οι αρχαίοι, είχε το προφητικό χάρισμα αμέσως με τη γέννησή της. Ήταν μια μορφή ανάμεσα στο θεό και στον άνθρωπο, δεν ήταν βέβαια αθάνατη, αλλά η διάρκεια της ζωής της υπερέβαινε κατά πολύ τα ανθρώπινα μέτρα. Όπως ο χρησμοδότης θεός Απόλλων κρατούσε τη λύρα, έτσι και η Σίβυλλα κρατούσε τη σαμβύκη, ένα είδος τριγωνικής λύρας. Η επαφή της με το θεό προϋποθέτει την παρθενικότητά της.

http://el.science.wikia.com/wiki/%CE%A3%CE%AF%CE%B2%CF%85%CE%BB%CE%BB%CE%B1#.CE.95.CF.84.CF.85.CE.BC.CE.BF.CE.BB.CE.BF.CE.B3.CE.AF.CE.B1

Μη τον ρωτάς τον ουρανό

Δευτέρα, 15 Ιουνίου 2009

Είπαν...


Όταν πρόκειται να αποφασίσεις για κάτι μην βιάζεσαι. Σκέψου ήρεμα και με λογική, όταν όμως αποφασίσεις τότε γρήγορα προχώρα στην εκτέλεση της αποφάσεώς σου .
ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ
Όλες οι ανθρώπινες πράξεις έχουν ως αίτιο ένα από τα εξής επτά: τύχη, φύση, παρόρμηση, συνήθεια, λογική, πάθος, πόθο.
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ
Να αγαπάς τους ανθρώπους έτσι όπως είναι είναι αδύνατον. Κι όμως πρέπει. Και για αυτό κοίτα να τους φέρεσαι με καλωσύνη, ανόρεχτα, σφίγγοντας την ψυχή σου από τη δυσοσμία και κλείνοντας τα μάτια σου.
Ντοστογιέφσκι
Είπατε ποτέ σας Ναι σε καμμιά χαρά;
Τότε πείτε Ναι και σε όλους τους πόνους.
Είναι το ίδιο!
Νίτσε
Δεν αγαπά πραγματικά όποιος δεν αγαπά για πάντα.
Ευριπίδης
Η αγάπη δεν είναι να κοιτάζουμε ο ένας τον άλλο, αλλά να βλέπουμε μαζί προς την ίδια κατεύθυνση.
Α. Ντε Σεντ Εξιπερ

Σάββατο, 13 Ιουνίου 2009

Είπαν..........


Αφρικανική Παροιμία

Η αγάπη παρηγορεί όπως το φως του ήλιου μέσα στην βροχή

Ουίλλιαμ Σαίξπηρ

Το άγγιγμα του χεριού σου καθώς περνάς

Τόσο ανάλαφρο , τόσο γρήγορο, που κανένας άλλος δεν υποψιάζεται πόσο στοργικά με γαληνεύει , αυτό το άγγιγμα με στηρίζει για να αντέξω και την πιο σκληρή ημέρα

Μάριον Γκαρέτυ

Φιλώ τα χέρια σου και γονατίζω μπροστά σου…..

για να βεβαιώσω πως όλος μου ο νους,

όλο το εύρος του πνεύματος μου, όλη μου η καρδιά

υπάρχουν μόνο για να αγαπώ. Σε λατρεύω…

είσαι τόσο ωραίος , τόσο τέλειος,

πλασμένος , για να σε φροντίζω , να σε λατρεύω και

να σε αγαπώ μέχρι το θάνατο και την τρέλα.

Πριγκίπισσα Κάρολιν Ζαν Ελιζαμπεθ Φον Ζευνβιτγκενσταιν(1847)

Είσαι πάντα καινούργια. Το τελευταίο από

τα φιλιά σου είναι πάντα το γλυκύτερο.

Το τελευταίο σου χαμόγελο το πιο φωτεινό.

Η τελευταία σου κίνηση η πιο χαριτωμένη.

Τζων Κητς

Πριν από εσένα , μου φαίνεται ότι έχω

Μόνο ασπρόμαυρες αναμνήσεις .’όμως ,

Όταν ηρθες, έφερες μαζί σου γέλια,

Κόκκινα μπαλόνια, αστείες εκπλήξεις,

Φρεσκάδα και χαρά στην ζωή μου.

Τζουντιθ Γκραντ

Σε αγαπώ με την αναπνοή, τα χαμόγελα,

τα δάκρυα όλης μου της ζωής!

Ελίζαμπεθ Μπάρρετ Μπραουνινγκ

Όλα όσα αγαπώ, χάνουν την μισή τους χάρη,

Εάν εσύ δεν είσαι μαζί μου, για να τα μοιραστώ.


Πέμπτη, 11 Ιουνίου 2009

O έρωτας-πάθος


Aυτή είναι η ερωτική κατάσταση στην οποία βρίσκεται κανείς συνήθως στην αρχή του έρωτά του. Yπάρχουν ωστόσο σχέσεις που δεν περνούν από το στάδιο του πάθους, χωρίς αυτό να σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι είναι λιγότερο δυνατές και σημαντικές. Eίναι τότε που ολόκληρος ο εαυτός μας, ψυχή τε και σώματι, υποκύπτει στην επιθυμία για τον άλλον. H ένταση είναι διαρκής και βιώνεται σωματικά, συναισθηματικά και εγκεφαλικά. H καρδιά χτυπάει δυνατά, όλο το σώμα βρίσκεται σε κατάσταση υπερδιέγερσης και έντονης ερωτικής επιθυμίας, τα συναισθήματα εναλλάσσονται από ευδαιμονία σε φόβο, η έλλειψη του άλλου είναι επώδυνη ήδη από τους πρώτους, έστω και ολιγόχρονους, χωρισμούς. Tο μυαλό μοιάζει να είναι «καρφωμένο» και, ακόμη κι όταν είμαστε αναγκασμένοι να το χρησιμοποιήσουμε για κάτι άλλο, γυρνάει αυτόματα στο «αντικείμενο» του έρωτά μας και σε όλες τις λεπτομέρειες των στιγμών που ζούμε μαζί του. Πράγματι, στον έρωτα-πάθος, ο άλλος είναι περισσότερο αντικείμενο που μας δίνει την ευκαιρία να ζήσουμε αυτή την τόσο έντονη και συναρπαστική κατάσταση, που δίνει «τροφή» στις φαντασιώσεις μας και αναπληρώνει τις συναισθηματικές μας ελλείψεις, παρά ένας άλλος άνθρωπος που βλέπουμε σε όλη την ευρύτητα της προσωπικότητάς του. Tο πόσο διαρκεί αυτή η κατάσταση του πάθους εξαρτάται από το πόσο μεγάλη είναι η ανάγκη μας για τη διατήρηση αυτής της φαντασίωσης (πάντως, συνήθως κρατάει από μερικούς μήνες έως ένα-δύο χρόνια). Zώντας έναν έρωτα-πάθος, ανακαλύπτουμε πλευρές του εαυτού μας που δεν είχαμε φανταστεί ότι τις έχουμε, συναισθήματα των οποίων την ένταση αγνοούσαμε, και όλα αυτά είναι πολύ ωφέλιμα και εποικοδομητικά για μας και για τη σχέση, αλλά υπό ορισμένες προϋποθέσεις. Tο πάθος, επειδή είναι ένα συναίσθημα εγωκεντρικό, δεν μπορεί να είναι η μόνη βάση πάνω στην οποία θα στηριχτεί μία πραγματική σχέση. Aυτή είναι δυνατή μόνο αν μπορούμε, πέρα από το πάθος, να δούμε και να δεχτούμε όσο γίνεται τον άλλον όπως πραγματικά είναι, αλλά και τον εαυτό μας μέσα και έξω από τη σχέση αυτή. Mόνο έτσι μπορούμε να περάσουμε από ένα «άλογο» πάθος σε μία αγάπη πιο ήρεμη και πιο εποικοδομητική. Aν δεν μπορούμε να κάνουμε αυτό το βήμα προς μια πιο «πραγματική» σχέση, είναι πολύ εύκολο το πάθος να αλλάξει «κατεύθυνση» και να μετατραπεί σε μίσος για τον άλλον, που ξαφνικά ανακαλύπτουμε ότι δεν είναι όπως τον είχαμε φαντασιωθεί. Ή, πάλι, να οδηγήσει σε εξάρτηση («Xωρίς αυτόν δεν είμαι τίποτα»), επειδή έχουμε μετατρέψει τον άλλο σε αντικείμενο λατρείας που επισκιάζει οτιδήποτε άλλο μπορεί να υπάρχει στη ζωή μας.
http://www.in.gr/Reviews/placeholder.asp?lngReviewID=66819&lngChapterID=-1&lngItemID=66827

Τετάρτη, 10 Ιουνίου 2009

Στίχοι Νίκου Εγγονόπουλου



Θα την τσακίσω εγώ
τη νοσταλγία σου
θα μαχαιρώσω
τη μυστική σου χαρά
με τ ’άσπρα μου
πουλιά που ζούν
και φτερουγίζουν μέσα
στα μάτια σου*



http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9D%CE%AF%CE%BA%CE%BF%CF%82_%CE%95%CE%B3%CE%B3%CE%BF%CE%BD%CF%8C%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF%CF%82(φωτο)

ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ - Απόσπασμα


Λέγει της ο Pωτόκριτος· "Ήκουσες τα μαντάτα,
που ο Kύρης σου μ' εξόρισε σ' τση ξενιτιάς τη στράτα;

Kαι πώς να σ' αποχωριστώ, και πώς να σου μακρύνω
και πώς να ζήσω δίχως σου στο χωρισμόν εκείνο;
Eσίμωσε το τέλος μου, μάθεις το θες, Kερά μου,
στα ξένα πως μ' εθάψασι, κ' εκεί'ν' τα κόκκαλά μου.
Kατέχω το κι ο Kύρης σου γλήγορα σε παντρεύγει,
Pηγόπουλο, Aφεντόπουλο, σαν είσαι συ, γυρεύγει.
Kι ουδέ μπορείς ν' αντισταθείς, σα θέλουν οι Γονείς σου
νικούν την-ε τη γνώμη σου, κι αλλάσσει η όρεξή σου.

"Mιά χάρη, Aφέντρα, σου ζητώ, κ' εκείνη θέλω μόνο,
και μετά κείνη ολόχαρος τη ζήση μου τελειώνω.
Tην ώρα που αρραβωνιαστείς, να βαραναστενάξεις,
κι όντε σα νύφη στολιστείς, σαν παντρεμένη αλλάξεις,
ν' αναδακρυώσεις και να πεις· "Pωτόκριτε καημένε,
τά σου'ταξα λησμόνησα, τό'θελες πλιό δεν έναι."
Kι όντε σ' Aγάπη αλλού γαμπρού θες δώσεις την εξά σου,
και νοικοκύρης να γενεί στα κάλλη τσ' ομορφιάς σου,
όντε με σπλάχνος σε φιλεί και σε περιλαμπάνει,
θυμήσου ενός οπού για σε εβάλθη ν' αποθάνει.
Θυμήσου πως μ' επλήγωσες, κ' έχω Θανάτου πόνον,
κι ουδέ ν' απλώσω μου'δωκες σκιάς το δακτύλι μόνον.
Kαι κάθε μήνα μιά φορά μέσα στην κάμερά σου,
λόγιασε τά'παθα για σε, να με πονεί η καρδιά σου.
Kαι πιάνε και τη σγουραφιάν, που'βρες στ' αρμάρι μέσα,
και τα τραγούδια, που'λεγα, κι οπού πολλά σου αρέσα',
και διάβαζέ τα, θώρειε τα, κι αναθυμού κ' εμένα,
που μ' εξορίσανε ο-για σε πολλά μακρά στα ξένα.

Δευτέρα, 8 Ιουνίου 2009

H έλξη για το πρόσωπο που ανήκει αλλού


Σε άλλες περιπτώσεις, αυτό που υπερισχύει μπορεί να είναι ένας υποσυνείδητος ανταγωνισμός με το «αντίπαλο» πρόσωπο, το επίσημο ταίρι του αγαπημένου μας. Τότε ίσως υποσυνείδητα να αναζητάμε επιβεβαίωση της αξίας μας μέσα από το θρίαμβό μας στην αναμέτρηση με τον αντίπαλο. Πίσω από αυτή την ανάγκη ίσως να υπάρχει η αίσθηση ότι κάποτε δεν αγαπήθηκε όσο και όπως χρειαζόταν, και από τότε αναζητά συνεχώς την επιβεβαίωση με αυτό τον τρόπο. Aνατρέχοντας στη νηπιακή ηλικία, παρατηρούμε ότι όλα τα παιδιά βιώνουν κάποτε κάτι που μοιάζει με ερωτική απογοήτευση, όταν διαπιστώνουν ότι δεν είναι το απόλυτο κέντρο προσοχής των «αιώνια» διαθέσιμων γονιών τους. Tην απογοήτευση αυτή την ξεπερνούν όταν αισθάνονται ότι, παρ’ όλα αυτά, οι γονείς τους τα αγαπάνε, έστω και όχι με τον απόλυτο τρόπο που είχαν φανταστεί. Tα αγαπάνε με μια αγάπη που περιλαμβάνει και άλλους ανθρώπους, όπως η μεταξύ τους αγάπη, αλλά και προς τα άλλα τους παιδιά. Όταν για κάποιο λόγο δεν έχει συντελεστεί αυτή η συμφιλίωση με την πραγματικότητα της μη αποκλειστικότητας, τότε είναι πιθανόν οι σχέσεις της ενήλικης ζωής να βασίζονται στην ανασφάλεια (όσον αφορά το άλλο φύλο) και στον ανταγωνισμό (όσον αφορά τους ανθρώπους του ίδιου φύλου).

http://www.vita.gr/html/ent/226/ent.2226.asp

ΤΑ ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ ΜΟΥ ΣΤΑ <ΤΡΙΤΑ> ΠΡΟΣΩΠΑ ΠΟΥ ΠΑΝΤΑ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΣΕ ΑΥΤΗ ΤΗ ΘΕΣΗ..ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΑΝ ΝΟΜΙΖΟΥΝ ΟΤΙ ΕΧΟΥΝ ΠΕΡΑΣΕΙ ΣΤΗ <ΠΡΩΤΗ> ΘΕΣΗ

Tο προφίλ του τρίτου προσώπου


Δεν υπάρχει ένας και μόνος τύπος ανθρώπου που τείνει να εμπλέκεται σε τέτοιες καταστάσεις. Διαφορετικοί άνθρωποι μπορεί να βρίσκονται σε αυτή τη θέση για διαφορετικούς λόγους. «Έτυχε», μπορεί να πει κάποια, «ο άντρας που αγαπώ να είναι παντρεμένος με μία άλλη γυναίκα». Oύτε όμως και το τυχαίο είναι μία ερμηνεία που ικανοποιεί. Xιλιάδες άλλοι, τη στιγμή που θα συνειδητοποιούσαν την οικογενειακή κατάσταση του ατόμου που τους ενδιαφέρει, θα επέλεγαν να φύγουν, παρά την όποια γοητεία του αντικειμένου της επιθυμίας τους. Συνήθως, το γεγονός ότι το αγαπημένο πρόσωπο είναι παντρεμένο δεν είναι απλώς μία λεπτομέρεια, που μονάχα αυτή στέκει εμπόδιο σε μία κατά τα άλλα υπέροχη ιστορία. Eίναι από την αρχή μέρος της ιστορίας και ίσως -υποσυνείδητα- μέρος της έλξης που νιώθουν. Bέβαια, αρχικά, για όποιους ζουν μια τέτοια σχέση η ερμηνεία αυτή φαίνεται απολύτως εξωφρενική. Oι ίδιοι βιώνουν τον εαυτό τους ως θύμα των περιστάσεων και αισθάνονται ότι υπήρξαν απλώς εξαιρετικά ατυχείς. Ωστόσο, η ερωτική μας ιστορία δεν προκύπτει ποτέ στο κενό. Kαθρεφτίζει στοιχεία από την ιστορία των γονιών μας, τη σχέση μας μαζί τους και τις μνήμες μας, όπως αυτές διαμορφώθηκαν, σύμφωνα με το ιδιαίτερο ταμπεραμέντο μας. Διαμορφώνουμε προτιμήσεις και ερωτικά πρότυπα μέσα από την ταύτισή μας με το γονέα του ίδιου φύλου και μέσα από τη γοητεία που μας ασκεί ο γονέας του αντίθετου φύλου. Όταν λοιπόν κάποιος άνθρωπος βρίσκει τον εαυτό του σε ερωτικές σχέσεις με μη διαθέσιμα άτομα, μπορούμε να υποθέσουμε ότι αναπαράγει κάτι που του είναι οικείο, ότι δεν είναι η πρώτη φορά που ζει κάτι τέτοιο. Kάτι από την ατμόσφαιρα της τωρινής του σχέσης ίσως να θυμίζει μία πτυχή της παιδικής του ηλικίας.
http://www.vita.gr/html/ent/226/ent.2226.asp

Μερικές φορές πρέπει να βρίσκεις το κουράγιο και να <διώχνεις>από κοντά σου αυτό που αγάπησες....είναι ένας ζωντανός θάνατος..μπορεί και χειρότερος γιατί αυτοί που <έφυγαν>δεν το διάλεξαν,ενώ εδώ ο ήλιος θα λάμπει και αυτός θα το βλέπει με άλλα μάτια....είναι καλύτερο όμως από το να βλέπεις τον άνθρωπο που αγάπησες να σκορπίζεται να χάνεται...τι κι αν σε πρόδωσε τι κι αν σου γκρέμιζε τα όνειρα τι κι αν σε άφησε στα μισά της διαδρομής να τα βγάλεις πέρα μόνη σου....η αγάπη συνεχίζεται..θα κρυώνει ?θα τον αγαπούν? θα τον προσέχουν? ...και τις γιορτές?στις επετείους ποιο σφουγγάρι μπορεί να σβήσει και τι να σβήσει ?η αγάπη θα κρυφτεί στη καρδιά...τα χείλη πρέπει να φωνάξουν φύγε....μη μιλάς δεν θέλω να σε ακούω ..με πληγώνεις....δεν θέλω να σε βλέπω γιατί δεν μπορώ να σε αγκαλιάσω..δεν σε αγαπώ .....θα σε ξεχάσω.... σε ξεχνάω....σε ξέχασα....πρέπει να το πιστέψεις...κι ας είναι αυτό το πρώτο και το μεγαλύτερο ψέμα που σου είπα ποτέ......

ΧΡΙΣΤΙΝΑ

Κυριακή, 7 Ιουνίου 2009

Ανδρομέδα


Η Ανδρομέδα, σύμφωνα με ένα μύθο, ήταν κόρη του βασιλέα της Αιθιοπίας Κηφέα και της Νηρηίδας Κασσιόπης.

Ο θεός της θάλασσας, Ποσειδών, για να τιμωρήσει την Κασσιόπη, που είχε περηφανευτεί ότι ήταν η πιο όμορφη από τις Νηρηίδες έστειλε πλημμύρες στη χώρα του Κηφέα και σαν να μην έφταναν οι φοβερές καταστροφές έστειλε και ένα φοβερό θαλασσινό τέρας που έγινε ο φόβος και ο τρόμος του τόπου.

Ο Κηφέας έστειλε να ρωτήσει το μαντείο του Άμμωνα, που του απάντησε ότι η χώρα του θα σωζόταν από τις καταστροφές και από το τέρας, αν η Ανδρομέδα δεχόταν να φαγωθεί από αυτό. Έτσι, έδεσαν την όμορφη βασιλοπούλα σ' ένα βράχο στην παραλία και την άφησαν εκεί, για να την καταβροχθίσει το τέρας.

Ο Περσέας, επιστρέφοντας από την περιπέτειά του στο νησί της γοργόνας Μέδουσας, που κατόρθωσε να την αποκεφαλίσει, έτυχε να περάσει από το μέρος που ήταν δεμένη η Ανδρομέδα.

Γοητευμένος από την ομορφιά της και συγκινημένος από τη θλιβερή ιστορία της σκότωσε το φοβερό τέρας και την ελευθέρωσε.

Αλλά, όταν την ζήτησε από τον πατέρα της για γυναίκα του, αυτός αρνήθηκε κατηγορηματικά να δώσει την κόρη του σ' έναν άγνωστο ξένο επειδή την είχε υποσχεθεί στον αδελφό του Φινέα.

Επειδή όμως η Ανδρομέδα προτίμησε να ακολουθήσει το σωτήρα της, έγινε μεγάλη φιλονικία και ο Περσέας με το κεφάλι της Μέδουσας απολίθωσε τον αντίζηλό του. Από τον Περσέα η Ανδρομέδα απόκτησε έξι γιους, που απ' αυτούς ο πρώτος, ο Πέρσης, υπήρξε ο προπάτορας των Περσών.

Κατά τη μυθολογία, τόσο η Ανδρομέδα όσο και ο Περσέας, η Κασσιόπη και το τέρας έγιναν από την Αθηνά αστέρια στο βόρειο μέρος του ουρανού. Ο μύθος της Ανδρομέδας έγινε πηγή έμπνευσης όχι μόνο για τους ζωγράφους και τους γλύπτες από τα αρχαιότατα χρόνια μέχρι σήμερα, αλλά και για τους τραγικούς ποιητές. Ο Σοφοκλής, καθώς και άλλοι ποιητές, έγραψαν τραγωδίες με θέμα την Ανδρομέδα, που δυστυχώς, δε διασώθηκαν.


http://www.livepedia.gr/index.php/%CE%91%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%AD%CE%B4%CE%B1
http://www.esnips.com/doc/0a1da83e-9689-455e-b933-4fbeb231632f/%CE%95%CE%A4%CE%95%CE%A1%CE%9D%CE%91%CE%9B-%CE%A3%CE%A0%CE%A1%CE%99%CE%9D%CE%9A%CE%A4%CE%99%CE%9C%CE%951/?widget=large(φωτο)

Επέστρεφε (Κ.Π Καβάφης)


« Επέστρεφε συχνά και παίρνε με,
αγαπημένη αίσθησις επέστρεφε και παίρνε με-
όταν ξυπνά του σώματος η μνήμη ,
κ’επιθυμία παλιά ξαναπερνά στο αίμα
όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται,
κ’αισθάνονται τα χέρια σαν ν’αγγίζουν πάλι.

Επέστρεφε συχνά και παίρνε με τη νύχτα,
Όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται…»

Ευρυδίκη και Ορφέας






Ο Ορφέας ήταν γιός του Οίαγρου, βασιλιά της Θράκης, άλλοι όμως τον αποκαλούσαν και γιό του ίδιου του Απόλλωνα.
Ο Ορφέας ήταν από τους πιο φημισμένους, αν όχι ο πιο φημισμένος, κι η λατρεία του για τη μουσική ήταν τεράστια.
Όταν έπιανε τη λύρα του κι έπαιζε τους σκοπούς του, μάγευε τους πάντες κι εξαιτίας αυτής του της δεξιοτεχνίας τον θεωρούσαν γιό του Απόλλωνα.
Οι μουσικές του ικανότητες ήταν τόσο μεγάλες που λέγεται πως όταν συμμετείχε στην Αργοναυτική εκστρατεία, την στιγμή που η Αργώ περνούσε από το νησί των Σειρήνων εκείνος έπαιζε με τη λύρα του ώστε κανείς σύντροφος του να μην ακούσει το τραγούδι των Σειρήνων και πάει κοντά τους για να βρεί σίγουρο θάνατο.
Ο Ορφέας στην προσωπική του ζωή ήταν πολύ άτυχος κι η ζωή του στιγματίστηκε από τον θάνατο της μοναδικής αγαπημένης του.

Ερωτεύτηκε παράφορα την όμορφη Ευρυδίκη και σύντομα την παντρεύτηκε.
Οι δυο τους περνούσαν τον καιρό τους αγαπημένοι κι ευτυχισμένοι ενώ συνήθιζαν να κάνουν περιπάτους στην φύση.
Μια μέρα που ο Ορφέας έπαιζε με τη λύρα του κι η Ευρυδίκη χόρευε ανέμελη, ένα φίδι την δάγκωσε στο πόδι και σύντομα η κοπέλα πέθανε.
Αυτό οδήγησε τον άτυχο μουσικό στην απέραντη θλίψη και την απόλυτη δυστυχία αφού δε μπορούσε να φανταστεί την ζωή του χωρίς την πολυαγαπημένη του σύζυγο.
Για αυτό το λόγο αποφάσισε να κατέβει στον Κάτω Κόσμο, για να ζητήσει από τον Πλούτωνα να της δώσει πίσω την ζωή της.
Κι άλλοι ήρωες της αρχαιότητες (Θησέας, Πειρίθους, Ηρακλής) τόλμησαν να πάνε ζωντανοί στο βασίλειο των νεκρών, όμως ο λόγος που οδήγησε τον Ορφέα σε αυτό ήταν η αγάπη του και μόνο.

Όταν έφτασε στην Στύγα, τη λίμνη του Άδη, ζήτησε από τον Χάροντα να τον περάσει απέναντι με την βάρκα του.
Όταν εκείνος αρνήθηκε, ο Ορφέας έπαιξε τόσο μελωδικά κι όμορφα με τη λύρα του, που ο θεός του θανάτου μαγεμένος τον πέρασε απέναντι.
Με τον ίδιο τρόπο κατάφερε να ηρεμήσει τον τρομερό Κέρβερο, το τεράστιο κι άγριο σκυλί που δεν άφηνε κανένα ζωντανό να μπεί από τις πύλες και καμία ψυχή να βγεί.
Όταν ο Ορφέας παρουσιάστηκε μπροστά στον Πλούτωνα και την Περσεφόνη ζήτησε από τον θεό να δώσει πάλι στην γυναίκα του την ζωή και να την αφήσει να πάει μαζί του στον κόσμο των ζωντανών.
Ο Πλούτωνας αρχικά αρνήθηκε, όταν όμως άκουσε κι εκείνος τη μουσική του λυράρη συγκινήθηκε και δέχτηκε να πραγματοποιήσει την επιθυμία του υπό έναν όρο.
Του ζήτησε για όση ώρα διαρκούσε η ανάβαση τους να προχωράει μπροστά από την Ευρυδίκη και να μην γυρίσει να την κοιτάξει παρά μόνο όταν αντικρύσουν το φώς του ηλίου.
Στην ανάβαση τους πρός τον πάνω κόσμο τους οδηγούσε ο Ερμής ο οποίος προπορευόταν.
Όση ώρα ανέβαιναν προς τον κόσμο των ζωντανών ο Ορφέας πραγματικά δεν γύριζε το κεφάλι του για να κοιτάξει αν η αγαπημένη του τους ακολουθούσε.
Σύντομα όμως άρχισε να αναρωτιέται μήπως ο Πλούτωνας τον είχε εξαπατήσει ή μήπως ο Κέρβερος δεν είχε αφήσει την Ευρυδίκη να βγεί από τις πύλες του Άδη.
Την αγωνία του επιτάχυνε κι η έλλειψη του παραμικρού ήχου από την αγαπημένη του καθώς δεν άκουγε τίποτα.
Σύντομα είδαν το άνοιγμα πρός το πάνω κόσμο, το οποίο φώτιζε ο ήλιος.
Λίγα βήματα ακόμα απέμεναν όμως ο Ορφέας δε μπορούσε να τιθασεύσει την αγωνία του.
Και λίγο πρίν βγούν στο φώς του ηλίου γύρισε για να δεί την Ευρυδίκη….
Η Ευρυδίκη όντως τους ακολουθούσε όμως χάθηκε επιστρέφοντας στον κάτω κόσμο.
Ο Ορφέας μάταια προσπάθησε να πείσει τον Πλούτωνα να του δώσει άλλη μια ευκαιρία.
Συντετριμμένος και θεωρώντας τον εαυτό του υπαίτιο για τον χαμό της συζύγου του, γύρισε στον πάνω κόσμο περιπλανώμενος σε πολλά μέρη.
Δεν ξαναπαντρεύτηκε ποτέ και δεν ξεπέρασε τον θάνατο της γυναίκας του.
Απομονώθηκε από τους ανθρώπους κι ήταν διαρκώς θλιμμένος.
Η μόνη του παρηγοριά ήταν η λύρα του που πάντοτε έβγαζε μαγευτικούς αλλά συνάμα μελαγχολικούς πλέον ήχους.

Ο άτυχος Ορφέας βρήκε τραγικό θάνατο στην Θράκη από τις μεθυσμένες Μαινάδες όταν αρνήθηκε να παρευρεθεί στο γλέντι τους και να παίξει μουσική για εκείνες.
Αν και πέθανε τόσο άδοξα, η ψυχή του λυτρώθηκε καθώς μπορούσε επιτέλους να βρίσκεται δίπλα στην γυναίκα που αγάπησε και να είναι για πάντα μαζί της.

(πηγή : esoterica.gr)

http://trekos.wordpress.com/2007/08/22/orpheus-euridiki/

Ποιοι γιορτάζουν ....


Σήμερα
Κυρ 07 Ιουν 09
Ζηναΐς, Ζηναΐδα, Παναγής, Πανάγος, Σεβαστιανή, Σεβαστίνα, Σεβαστιάνα, Σεβαστή, Σέβη, Σεβούλα, Σεβαστούλα, της Πεντηκοστής

Ο Άγιος Παναγής Μπασιάς, γεννήθηκε στο Ληξούρι της Κεφαλονιάς το 1801 και ήταν γιóς επιφανών γονέων του Μιχαήλ Τυπάλδου - Μπασιά και της Ρεγγίνας Δελαπόρτα. Λόγω της καλής οικονομικής του κατάστασης, έλαβε τεράστια θεολογική και φιλοσοφική κατάρτιση και μόρφωση. Oμιλούσε δε ιταλικά, γαλλικά και λατινικά. Σε πολύ μικρή ηλικία χειροτονήθηκε αναγνώστης και εν συνεχεία υπηρέτησε ως γραμματοδιδάσκαλος σε κάποιο δημοτικό σχολείο. Tο 1836 χειροτονήθηκε διάκονος και πρεσβύτερος και έλαβε το όνομα Παΐσιος από τον τότε Μητροπολίτη Κεφαλληνίας Παρθένιο. Δεν ανέλαβε ποτέ εφημεριακή θέση, αλλά λειτουργούσε στο εξωκλήσι του Αγίου Σπυρίδωνα στο Πλατύ Γιαλό, όπου συνέρεε πλήθος πιστών για να λειτουργηθεί, να ακούσει τα θερμά και υψηλά θεολογικού επιπέδου κηρύγματά του και να κοινωνήσει από τα άγια χέρια του. Επιδόθηκε σε όλη του τη ζωή σε έργα φιλανθρωπίας και διακονίας των πασχόντων και αδυνάτων. Tο 1846 αρρώστησε από κάποια νευρική ασθένεια (άλλοι λένε ότι επρόκειτο για «κατά Χριστόν σάλο») και μετά τον καταστροφικό σεισμό του 1867 τον περιποιούνταν ο εξάδελφός του Ιωάννης Κερουλάνος, ο οποίος τον ευλαβούνταν πολύ. Αν και για μία πενταετία ήταν κατάκοιτος (1882-1887) εν τούτοις πλήθος χριστιανών πήγαινε να τον συμβουλευθεί, να εξομολογηθεί και να πάρει την συμβουλή και την ευχή του. Εκοιμήθη ειρηνικά, στις 7 Ιουνίου 1888 και αγιοποιήθηκε από την Ορθόδοξη Εκκλησία στις 4 Φεβρουαρίου 1986. Μαρτυρούνται πολλά θαύματά του πριν και μετά την οσιακή κοίμησή του.
http://www.saint.gr/719/saint.aspx
http://www.eortologio.gr/

Σάββατο, 6 Ιουνίου 2009

Ποιοι γιορτάζουν ...........


Σήμερα
Σαβ 06 Ιουν 09
Ιλαρίων, Ιλαρίωνας, Ιλαρία, Ιλαριάδα, Λαριάδα

http://www.eortologio.gr/

Γεννήθηκε το 333μ.Χ., στα χρόνια του Μ. Κωνσταντίνου. Η κωμόπολη στην οποία ανατράφηκε ονομαζόταν Θαβαθά, πέντε μίλια μακριά από τη Γάζα.

Οι γονείς του ήταν πλούσιοι ειδωλολάτρες. Στην επιθυμία τους να σπουδάσουν όσο γίνεται καλύτερα το γιό τους, έστειλαν αυτόν στην Αλεξάνδρεια. Εκεί ο Ιλαρίων γνώρισε την χριστιανική πίστη, την αγάπησε και βαπτίσθηκε χριστιανός. Έγινε μιμητής του Αγίου Αντωνίου και έμεινε αρκετό καιρό κοντά του.

Όταν πέθαναν οι γονείς του, γύρισε στην πατρίδα του, διαμοίρασε στους φτωχούς όλη του την κληρονομιά και πήγε στην έρημο. Εκεί κάποτε συνάντησε ληστές, με τους οποίους είχε τον εξής διδακτικό διάλογο:

- «Εάν σε συναντούσαν κλέφτες τι θα έκανες;», τον ρώτησαν.

- «Τι έχει να φοβηθεί ο γυμνός;», εκείνος απάντησε.

- «Αλλά αν σε σκότωναν;»

- «Τόσο το καλύτερο. Ο σωματικός θάνατος κλείνει τη νύκτα της παρούσης ζωής και εισάγει στην ανατολή της μέλλουσας ζωής», ο Ιλαρίων απάντησε.

Οι απαντήσεις του Ιλαρίωνα είχαν σαν αποτέλεσμα τη μετάνοια των ληστών.

Ο Όσιος Ιλαρίων ο Μέγας έλαβε από το Θεό και το χάρισμα να κάνει θαύματα.

Αφού περιόδευσε σε πολλούς τόπους και χώρες, παρέδωσε στο Θεό την ψυχή του, ογδόντα χρονών.
http://www.xfe.gr/modules.php?name=News&file=article&sid=371

Ευρωπαϊκές χωρες-Μαυροβούνιο




Ετυμολογία
Το όνομα Μαυροβούνιο αποδίδει το διεθνές όνομα Montenegro < "Monte Nero" (: "Μαύρο Βουνό") που δόθηκε αρχικά στο όρος Λόβτσεν, διότι ήταν άδενδρο κι άνυδρο

Κράτος της νοτιοανατολικής Ευρώπης, το οποίο εκτείνεται στα δυτικά Βαλκάνια. Είναι το ένα από τα δύο κράτη που απάρτιζαν την περίοδο 2003-2006 το ομοσπονδιακό κράτος Σερβία και Μαυροβούνιο με πρωτεύουσα το Ποντγκόριτσα, επίσημη γλώσσα τη Σερβική και την Αλβανική και νόμισμα το ευρώ

Μαυροβούνιο

* Πολιτικό σύστημα: δημοκρατία
* Πρωτεύουσα: Ποντγκόριτσα
* Συνολική έκταση: 14.026 km2
* Πληθυσμός: 0,7 εκατομμύρια
* Νόμισμα: ευρώ

http://europa.eu/abc/european_countries/others/montenegro/index_el.htm
http://el.wiktionary.org/wiki/%CE%9C%CE%B1%CF%85%CF%81%CE%BF%CE%B2%CE%BF%CF%8D%CE%BD%CE%B9%CE%BF
http://el.tixik.com/c/%CE%95%CF%85%CF%81%CF%8E%CF%80%CE%B7-3/%CE%9C%CE%B1%CF%85%CF%81%CE%BF%CE%B2%CE%BF%CF%8D%CE%BD%CE%B9%CE%BF-147/(0ι φώτο-Skadarské Λίμνη,Μονή Kumanica)

Παρασκευή, 5 Ιουνίου 2009

Ησίοδος


Ο Ησίοδος υπήρξε ο δεύτερος σε σπουδαιότητα αρχαίος ποιητής μετά τον Όμηρο[1].

Γεννήθηκε στην Άκρα Βοιωτίας, όπου κατέφυγε ο πατέρας του από την αιολική Κύμη της Μικράς Ασίας[2], αλλά η ημερομηνία της γέννησής του δεν είναι γνωστή. Υπολογίζεται ότι έζησε γύρω στο 700 ή 800 π.Χ. Επισκεπτόμενος συχνά το όρος Ελικώνα, όπου οι μύθοι έλεγαν ότι κατοικούσαν οι Μούσες, έλεγε ο ίδιος ότι εκείνες του έδωσαν το χάρισμα της ποίησης.

Ο τρόπος και χρόνος θανάτου του είναι συγκεχυμένος. Μία παράδοση θέλει τον τάφο του Ησίοδου στον Ορχομενό Βοιωτίας, ενώ σύμφωνα με μια άλλη, το μαντείο των Δελφών έβγαλε χρησμό ότι ο Ησίοδος θα πέθαινε στη Νεμέα, οπότε εκείνος κατέφυγε στη Λοκρίδα, όπου όμως σκοτώθηκε στον τοπικό ναό του Νεμαίου Δία και ετάφη εκεί
http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%97%CF%83%CE%AF%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CF%82

5. ΑΝΑΖΗΤΟΥΣΕ ΣΤΑ ΚΑΝΑΛΙΑ ΤΟ ΘΥΜΑ ΤΟΥ


Ήταν ο μεγάλος έρωτας της ζωής μου. Όταν μου είπε πως θα χωρίζαμε, λίγες ημέρες πριν παντρευτούμε, έχασα τη γη κάτω από τα πόδια μου”, είχε πει ο 23χρονος Γιώργος Σκιαδόπουλος, ο ναυτικός που δολοφόνησε την 30χρονη Ελληνοαμερικανίδα Τζούλι Μαρί Σκάλι.
Στις 8 Ιανουαρίου 1999 ο Σκιαδόπουλος στραγγάλισε το πρώην μοντέλο, έκοψε το κεφάλι, έβαλε το σώμα σε μια βαλίτσα και το πέταξε σε λίμνη της Καβάλας. Εκοψε το κεφάλι της αρραβωνιαστικιάς του με πριόνι, επειδή δεν χωρούσε στη βαλίτσα, και το πέταξε για να μη βρεθεί ποτέ. Χαρακτηριστικό του σφοδρού έρωτα που έτρεφε για την Αμερικανίδα ήταν, σύμφωνα με τον ίδιο, το γεγονός ότι παράτησε την καριέρα του, για να εξασκήσει το επάγγελμα του οδηγού ταξί, ώστε να είναι συνεχώς κοντά της.
Eπί 18 μέρες ο μηχανικός του εμπορικού ναυτικού προσπαθούσε να κρύψει το φοβερό του έγκλημα. Μάλιστα, έβγαινε τότε στα τηλεοπτικά κανάλια από το κέντρο της Αθήνας και εκλιπαρούσε να τον βοηθήσουν να βρεθεί η σύντροφός του.

Ο Κατακλυσμός του Δευκαλίωνα


Ο Κατακλυσμός του Δευκαλίωνα είναι η αρχαία Ελληνική εκδοχή του κατακλυσμού που αναφέρεται σε παραδόσεις πολλών αρχαίων πολιτισμών (όπως π.χ. στην Εβραϊκή - Χριστιανική παράδοση με τον κατακλυσμό του Νώε).

Κατά τον μύθο την εποχή που στη Θεσσαλία βασίλευε ο Δευκαλίωνας ο Δίας αποφάσισε να καταστρέψει όλη την γενιά των ανθρώπων που ήταν διεφθαρμένη, με εξαίρεση τον δίκαιο βασιλέα και την γυναίκα του την Πύρρα.

Ο Δευκαλίωνας λοιπόν μετά από συμβουλή του πατέρα του κατασκεύασε ένα πλοίο συγκέντρωσε τα απαραίτητα εφόδια για την επιβίωση τους και επιβιβάστηκε στο πλοιάριο μαζί με την γυναίκα του. Στο μεταξύ ο Δίας ανοίγει τους καταρράκτες του Ουρανού και το έδαφος της Ελλάδας γεμίζει με νερό και οι άνθρωποι χάνονται. Για εννέα μέρες και εννέα νύχτες το βασιλικό ζευγάρι περιφέρεται από τα νερά μέσα στο πλοιάριο. Την δέκατη όμως ημέρα προσάραξε στο όρος Όρθρυς ή κατά άλλη εκδοχή στον Παρνασσό ή στον Άθω. Εκεί όταν οι βροχές σταμάτησαν και τα νερά υποχώρησαν ο Δευκαλίων και η Πύρρα κατέβηκαν στην ξηρά και το πρώτο πράγμα που έκαναν ήταν θυσία στον Φύξιο Δία (προστάτης των φυγάδων). Ο θεός που επικαλέστηκε ο θεοσεβής Δευκαλίωνας έστειλε τον Ερμή για να τους μεταφέρει την υπόσχεση ότι ο Δίας θα πραγματοποιούσε την πρώτη ευχή τους.Και η πρώτη ευχή του Δευκαλίωνα και της Πύρρας δεν ήταν άλλη από το να δώσει και πάλι ζωή ο Δίας στο ανθρώπινο γένος.

Κατά μία άλλη εκδοχή η οποία προέρχεται από την Φωκίδα ο Δευκαλίωνας και η Πύρρα πήγαν στους Δελφούς και στο ιερό της Θέμιδας για να εκφράσουν και σ αυτή την ίδια επιθυμία. Η θεά τους άκουσε και τους απάντησε με τον παρακάτω χρησμό: Αν ήθελαν να φέρουν στη ζωή νέους ανθρώπους θα έπρεπε να καλύψουν τα πρόσωπά τους και να ρίχνουν πίσω από την πλάτη τους τα οστά της μητέρας τους.Εκείνοι κατάλαβαν την ερμηνεία του χρησμού και αφού έκαναν ότι τους έλεγε ο χρησμός άρχισαν να πετάνε πέτρες πίσω από την πλάτη τους, αφού αυτές προέρχονταν από τα σπλάχνα της μάνας Γης.

Οι πέτρες που πετούσε ο Δευκαλίωνας μεταμορφώνονταν σε άνδρες και αυτές που πετούσε η Πύρρα μεταμορφώνονταν σε γυναίκες. Από την πρώτη δε πέτρα που πέταξε ο Δευκαλίωνας προήλθε ο Έλληνας, γενάρχης των Ελλήνων.

Για τον κατακλυσμό του Δευκαλίωνα υπάρχουν και άλλες παραλλαγές όπως π.χ. ότι αυτός έγινε όταν βασιλιάς στην Βοιωτία ήταν ο Ωγύγος πρώτος βασιλιάς της χώρας των Βοιωτών, ή κατά τους Μεγαριείς από τον κατακλυσμό σώθηκε μόνο ο Μέγαρος ο οποίος κατέφυγε στην κορυφή των Γερανίων. Παρόλα αυτά η εκδοχή του Δευκαλίωνα και της Πύρρας είναι αυτή που διαδόθηκε ευρύτατα και επικράτησε όλων των άλλων και κατά την εποχή του Πλούταρχου εμπλουτίστηκε και με άλλα στοιχεία και λεπτομέρειες που προέρχονται από ασιτικές παραδόσεις, θυμίζουν σε πολλά σημεία τους την εκδοχή που μας διηγείται η Βίβλος.

http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9A%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%BA%CE%BB%CF%85%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%94%CE%B5%CF%85%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%AF%CF%89%CE%BD%CE%B1

Κατακλυσμός


Με τη φωτιά του Προμηθέα οι θνητοί προόδευσαν, έχασαν όμως και κάθε σεβασμό προς τους θεούς. Γι' αυτό ο Δίας αποφάσισε να αφανίσει όλους τους ανθρώπους εκτός από δύο ευσεβείς: το Δευκαλίωνα και την Πύρρα. Αυτοί μπήκαν σε ένα κλειστό σκάφος και γλίτωσαν από το φοβερό κατακλυσμό που εξαπέλυσε ο Δίας. Ο Δευκαλίωνας και η Πύρρα, όταν τα νερά τραβήχτηκαν από τη γη, ρώτησαν στο μαντείο του ναού της Θέμιδος για το μέλλον της ανθρωπότητας. Παρακάλεσαν τους θεούς να ξαναδημιουργήσουν τους ανθρώπους. Το μαντείο απάντησε ότι για να φέρουν στο φως νέους ανθρώπους έπρεπε να σκεπάσουν το πρόσωπό τους και να ρίχνουν πίσω τους "τα οστά της μητέρας τους".

Η Πύρρα και ο Δευκαλίωνας κατάλαβαν ότι ο χρησμός εννοούσε τα λιθάρια που ήταν σκορπισμένα στην επιφάνεια της γης, γύρω τους. Έκαναν λοιπόν ότι τους είπε το μαντείο. Έτσι αναδημιουργήθηκε το ανθρώπινο γένος. Παιδιά της Πύρρας και του Δευκαλίωνα ήταν ο Έλλην και ο Αμφικτύων.

Οι θεοί όμως δε σταμάτησαν να ασχολούνται με τους ανθρώπους, πολλές φορές έσμιξαν με θνητούς που γέννησαν τους ημίθεους και τους ήρωες.

http://el.science.wikia.com/wiki/%CE%9F%CE%BB%CF%85%CE%BC%CF%80%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%AE_%CE%98%CF%81%CE%B7%CF%83%CE%BA%CE%B5%CE%AF%CE%B1#.CE.9A.CE.B1.CF.84.CE.B1.CE.BA.CE.BB.CF.85.CF.83.CE.BC.CF.8C.CF.82

Πέμπτη, 4 Ιουνίου 2009

Φορωνέας



Στην Αργολίδα θεωρούσαν ότι ο πρώτος άνθρωπος, ο Φορωνέας, προέκυψε από την συνεύρεση του ποταμού Ίναχου με τη νύμφη Μελία ή την Αργεία. Ο Φορωνέας γέννησε πολλά τέκνα, και γρήγορα οι άνθρωποι αυξήθηκαν στην χώρα.

Στην αρχή ο Φορωνέας και οι απόγονοι του ζούσαν ήσυχα, διασκορπισμένοι πάνω στη Πελοπόννησο, τρέφονταν με τους καρπούς των δέντρων, δεν είχαν ασθένειες και βάσανα.

Για αυτό, δεν φιλονικούσαν μεταξύ τους, ομιλούσαν κοινή γλώσσα όλοι και λάτρευαν το Δία.

Όμως η κατάσταση άλλαξε, όταν οι άνθρωποι πλήθυναν.

Ο Φορωνέας κατάλαβε πως μεγάλωναν οι ανάγκες των ανθρώπων, όπως και οι κίνδυνοι αφανισμού τους όχι μόνο από τα θηρία και τις φυσικές καταστροφές αλλά και από τις διαμάχες, όταν αυτοί έγιναν πολλοί.

Έτσι ο Φορωνέας, με την συναίνεση του Δία, έφερε το πυρ από τον ουρανό, συγκέντρωσε τους ανθρώπους σε οικισμούς, θέσπισε τους πρώτους νόμους και τα πρώτα δικαστήρια.

Για τις διαφορές που δεν μπορούσαν να επιλυθούν μ' αυτά τα μέσα, λένε ότι κατασκεύασε τα πρώτα όπλα για τον πόλεμο, που ήταν όμως και για την προστασία των ανθρώπων από τα θηρία και για το κυνήγι.

Ο Φορωνέας όρισε ακόμα και τη λατρεία της Ήρας στο Άργος, πόλη που από τότε η θεά είχε πάρει στην ιδιαίτερη προστασία της.

Ύστερα από όλα αυτά ο Δίας όρισε το Φορωνέα διάδοχο του στο γήινο θρόνο.

Ο Φορωνέας δεν ήταν μόνο ο πρώτος άνθρωπος της γης, ήταν και ο πρώτος θνητός βασιλέας, ορισμένος από τον ίδιο το Δία.

Όπως αναφέρει ο Παυσανίας, οι Αργείοι διατηρούσαν μια πυρά, πλησίον της γλυπτική εικόνα του Βίτωνα, διότι ήθελαν να αποδίδεται η εύρεση του πυρός στο Φορωνέα και δεν συμφωνούσαν στο ότι αυτό ήταν δώρο του Προμηθέα.

Ακόμη πίστευαν ότι ο Φορωνέας παρέλαβε την γνώση του πυρός και της Μεταλλουργίας από τους Τελχίνες και τους Ιδαίους Δακτύλους

http://el.science.wikia.com/wiki/%CE%A6%CE%BF%CF%81%CF%89%CE%BD%CE%B5%CF%8D%CF%82_%5C%CE%86%CF%81%CE%B3%CE%BF%CF%82

Ανθρωπογονία



Όταν είχε γίνει ο κόσμος των αθανάτων, των θεών, ήταν καιρός να πλαστεί και ο κόσμος των θνητών, των ανθρώπων, παράλληλα με τον κόσμο των ζώων. Η φαντασία του Ελληνικού λαού εξήγησε την προέλευση του ανθρώπου με πολλούς τρόπους. Την πιο ολοκληρωμένη εκδοχή μας δίνει ο Ησίοδος.

Αρχικά πίστευαν ότι όλα προήλθαν από τους κόλπους της φύσεως. Οι κάτοικοι των παραλίων, όπως και ο Όμηρος, πίστευαν ότι ο Ωκεανός είναι αυτός που γέννησε τους ανθρώπους.

* Για τους κατοίκους της Αργολίδας ο πρώτος άνθρωπος ήταν ο γιος του Ινάχου, ο Φορωνεύς.
* Για τους Βοιωτούς πρώτος άνθρωπος ήταν ο Αλαλκομενεύς.

Η Πανδώρα ήταν η πρώτη γυναίκα που εμφανίστηκε στον κόσμο. Ο Ήφαιστος, κατά διαταγή του Δία, έπλασε την πρώτη γυναίκα από χώμα βρεγμένο με νερό. Η Πανδώρα πήρε από τους θεούς πολλά δώρα. Ομορφιά, δολιότητα, ρητορεία και την τέχνη να υφαίνει και να κεντά. Τέλος ο Δίας της χάρισε μια πυξίδα (κουτί κοσμημάτων).

Η Πανδώρα, που έγινε γυναίκα του Επιμηθέα, δεν μπόρεσε να αντέξει στον πειρασμό και άνοιξε την πυξίδα. Τότε βγήκαν έξω όλα τα κακά, που είχε τοποθετήσει εκεί ο Δίας και που μαστίζουν την ανθρωπότητα. Βλέποντας το κακό ο Επιμηθέας βιάστηκε να κλείσει την πυξίδα.

Παρατήρησε όμως ότι τίποτα δεν έμεινε πια μέσα, παρά μόνο η ελπίδα, το μόνο καλό που έβαλε ο Δίας μέσα σε τόσα κακά.

Με τον ίδιο τρόπο που έπλασε ο Ήφαιστος την Πανδώρα, έπλασε ο Προμηθέας, γιος του Ιαπετού και αδελφός του Επιμηθέα, τον πρώτο άνδρα. Έτσι δημιουργήθηκε το ανθρώπινο γένος. Βλέποντας όμως ο Προμηθέας τον άνθρωπο, γυμνό και ανίσχυρο μέσα στην παντοδύναμη φύση, κατάλαβε πως γρήγορα θα εξαφανιζόταν και αποφάσισε να τον βοηθήσει. Έκλεψε τη πυρά, που την κρατούσαν ζηλότυπα οι θεοί και την έδωσε στους ανθρώπους. Επιπλέον καθόρισε στους ανθρώπους ποιο μέρος από τα θυσιαζόμενα ζώα να δίνουν στους θεούς. Επειδή αυτό το μέρος ήταν το χειρότερο, ο Δίας θύμωσε και με τις δύο πράξεις του Προμηθέα και τον τιμώρησε. Ο Προμηθέας καρφώθηκε στον Καύκασο και ένας αετός του έτρωγε συνέχεια το συκώτι, που ολοένα ξαναδημιουργούνταν, έως ότου τον ελευθέρωσε ο Ηρακλής, όπως λέγουν ο Ησίοδος και ο Αισχύλος.

http://el.science.wikia.com/wiki/%CE%9F%CE%BB%CF%85%CE%BC%CF%80%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%AE_%CE%98%CF%81%CE%B7%CF%83%CE%BA%CE%B5%CE%AF%CE%B1#.CE.91.CE.BD.CE.B8.CF.81.CF.89.CF.80.CE.BF.CE.B3.CE.BF.CE.BD.CE.AF.CE.B1